- Art Gallery -

 

- Γεγονότα, Hμερολόγιο -

Περιφέρεια : Κεντρική Μακεδονία
Νομός : Θεσσαλονίκης


Η Θεσσαλονίκη είναι μία ιστορική πόλη των Βαλκανίων. Στη μακρά ιστορική της πορεία βρέθηκε υπό την κατοχή διαφόρων λαών και απετέλεσε τόπο πολιτισμικής σύγκλισης πολλών εθνοτήτων. Από το 1912 και τη λήξη του Α’ Βαλκανικού Πολέμου αποτελεί τμήμα του σύγχρονου ελληνικού κράτους και σήμερα είναι η μεγαλύτερη πόλη της ελληνικής Μακεδονίας και πρωτεύουσα της περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας, με πληθυσμό πολεοδομικού συγκροτήματος 800.764 κατοίκους (απογραφή 2001).



View Larger Map

Η ίδρυσή της συμπίπτει με την αρχή της ελληνιστικής εποχής, την ανάληψη δηλαδή της οικουμενικής αυτοκρατορίας του Μεγάλου Αλεξάνδρου από τους επιγόνους του και την κυριαρχία του ελληνικού πολιτισμού στο μεγαλύτερο τμήμα του γνωστού, για τον τότε δυτικό άνθρωπο, κόσμου. Ο κληρονόμος του βασιλείου της Μακεδονίας και σύζυγος της ετεροθαλούς αδελφής του Αλεξάνδρου, Κάσσανδρος, ίδρυσε την πόλη συνενώνοντας 26 πολίχνες, που βρίσκονταν γύρω από το Θερμαϊκό κόλπο, και της έδωσε το όνομα της γυναίκας του, θυγατέρας του Φιλίππου Β’, Θεσσαλονίκης.

Τον 2ο π.Χ. αιώνα πέρασε στη ρωμαϊκή κυριαρχία, όπως και ο υπόλοιπος ελλαδικός και μικρασιατικός ελληνιστικός χώρος, και απετέλεσε αρχικά μία από τις τέσσερις έδρες διοίκησης των επαρχιών της Μακεδονίας, ενώ αργότερα έγινε πρωτεύουσα ολόκληρου του ρωμαϊκού θέματος της Μακεδονίας. Στην απαρχή της μετάβασης από τη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία στη Χριστιανική Αυτοκρατορία της Ανατολής με τη μεταφορά της πρωτεύουσας από το Μεγάλο Κωνσταντίνο ανατολικά, υπήρξε, εξ αιτίας της σημαίνουσας στρατηγικής της θέσης, μία από τις υποψήφιες πόλεις, οι οποίες προτάθηκαν ως αντικαταστάτριες της Ρώμης. Παρ’ ότι, όμως, προτιμήθηκε το Βυζάντιο ως νέα πρωτεύουσα, η Θεσσαλονίκη είχε τον πολιτικό και πολιτισμικό ρόλο της συμβασιλεύουσας πόλης.

Η οθωμανική προέλαση στη χερσόνησο του Αίμου εφόρευσε και τη Θεσσαλονίκη το 1432 στο Βασίλειο των Οσμανλιδών, όπου παρέμεινε για πέντε περίπου αιώνες. Ο πολυεθνικός χαρακτήρας της Αυτοκρατορίας ευνόησε, έπειτα από μερικές δεκαετίες, την εγκατάσταση εβραϊκών φύλων από την Ιβηρία και τη Βόρεια Ευρώπη. Αυτή η πληθυσμιακή μετακίνηση ανέδειξε τη Θεσσαλονίκη στη σημαντικότερη παγκόσμια εβραϊκή μητρόπολη μέχρι τουλάχιστον και τις αρχές του 20ου αιώνα. Εκτός αυτού, ειδικότερα από τα μέσα του 19ου αιώνα, υπήρξε το πλέον κοσμοπολίτικο αστικοποιούμενο κέντρο της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και ο σημαντικότερος πόλος πολιτικών κινήσεων και κινημάτων.

Η προσάρτησή της στον κορμό του εθνικού ελληνικού κράτους το 1912 με τη συνακόλουθη μετακίνηση του μουσουλμανικού πληθυσμού αλλά και τον ερχομό, μία δεκαετία αργότερα, των χριστιανικών προσφυγικών πληθυσμών Ανατολίας και Μικράς Ασίας συνέτειναν στην αλλαγή της πληθυσμιακής υφής της πόλης μετατρέποντάς τη σε μία αστική πολιτεία με κυριαρχία του ελληνικού στοιχείου και όλες τις ιδιομορφίες του ελλαδικού αστικού τύπου. Η αρχιτεκτονική και πολεοδομική της αλλαγή επιταχύνθηκε από τη Μεγάλη Πυρκαγιά του 1917 και τις προσπάθειες της νέας ελληνικής διοίκησης για εξελληνισμό του αρχιτεκτονικού ύφους της με την καταστροφή των μουσουλμανικών μνημείων. Τα τελευταία γεγονότα που σχετίζονται με την πληθυσμιακή αλλαγή της πόλης είναι η εξολόθρευση της ακμαίας εβραϊκής κοινότητας από τα ναζιστικά στρατεύματα την περίοδο της τριπλής κατοχής και το κύμα εσωτερικής μετανάστευσης προς τα αστικά κέντρα που ξεκίνησε τη δεκαετία του ’50.

Σήμερα η Θεσσαλονίκη αποτελεί μία από τις σημαντικότερες βαλκανικές και ανατολικοευρωπαϊκές έδρες σπουδών έχοντας δύο πανεπιστημιακά ιδρύματα, ενώ γίνονται προσπάθειες για την επανεύρεση του παλαιού της ρόλου ως κέντρου των Βαλκανίων.

Ετυμολογία και μορφές του ονόματος

Θεσσαλονίκη ιδρύθηκε από τον Κάσσανδρο και έλαβε το όνομά της προς τιμή της συζύγου του, Θεσσαλονίκης, ετεροθαλούς αδελφής του Μεγάλου Αλεξάνδρου και θυγατέρας του Φιλίππου Β’ και της πέμπτης συζύγου του, της Θεσσαλίδας πριγκίπισσας Νικησιπόλεως. Το όνομά της προέρχεται από τη σύνθεση των λέξεων Θεσσαλῶν και Νίκη, σε ανάμνηση της νίκης των Μακεδόνων και του Κοινού των Θεσσαλών έναντι της τυραννίδας των Φερών και των συμμάχων της, Φωκέων, στο πλαίσιο του Γ’ Ιερού Πολέμου[2].

Το όνομα απαντάται σε διάφορες μορφές, με ελαφρώς παραλλαγμένη ορθογραφία και φωνητικές διακυμάνσεις. Θεσσαλονίκεια είναι επιθετική μορφή, που βρίσκουμε στο έργο του Στράβωνα[3] και χρησιμοποιείται, κατά τους ελληνιστικούς χρόνους, ως ονομασία πόλης σχηματιζόμενη από όνομα φυσικού προσώπου, όπως Σελεύκεια (από το Σέλευκος), Κασσάνδρεια (από το Κάσσανδρος), Αλεξάνδρεια (από το Αλέξανδρος) κ.α. Η επικρατήσασα, όμως, μορφή του ονόματος είναι αυτούσιο το προσωπικό όνομα. Κατά την ελληνιστική εποχή υπήρξε ο τύπος Θετταλονίκη[4] ενώ κατά τη Ρωμαϊκή περίοδο, όπως φανερώνουν επιγραφές και νομίσματα, εμφανίστηκαν οι μορφές Θεσσαλονείκη και Θεσσαλονικέων [πόλις][5].

Στους μεσαιωνικούς χρόνους οι λαοί που σχετίστηκαν με το ανατολικό ρωμαϊκό κράτος και τη Θεσσαλονίκη απέδωσαν μέσω, κυρίως, παρηχήσεων την ονομασία της Θεσσαλονίκης στις γλώσσες και διαλέκτους τους. Οι Οθωμανοί αποκαλούσαν την πόλη Σελανίκ (οθωμ.:سلاني, τουρκ.:Selânik) όπως και οι Ιουδαίοι, που εγκαταστάθηκαν στην πόλη μετά την οθωμανική κατάκτηση και μιλούσαν την ισπανο-εβραϊκή λαντίνο, οι τοπικοί σλαβικοί πληθυσμοί Σολούν (κυρ.:Солун) και οι βλαχόφωνοι Σαρούνα (βλαχ.:Sãrunã).

Ιστορική πορεία

Ίδρυση και εξέλιξη στον ελληνιστικό κόσμο

Σχετικά με την ίδρυση της Θεσσαλονίκης υφίστανται δύο κύριες μαρτυρίες. Η πρώτη ανήκει στον αρχαίο ιστορικό Στράβωνα και είναι η επικρατέστερη μεταξύ των σύγχρονων ιστορικών [6]με αποκλίσεις ως προς το έτος ίδρυσης[7]. Η δεύτερη μαρτυρία είναι του Στεφάνου του Βυζαντίου, ο οποίος θεωρεί ως ιδρυτή της πόλης το Φίλιππο Β’[8].

Ενεπίγραφο βάθρο αγάλματος της Θεσσαλονίκης. Πρόκειται για τμήμα βάθρου με αγάλματα της οικογένειας του Φιλίππου Β΄, που είχαν στηθεί εκεί το 2ο αι. μ.Χ. Ένα από αυτά, σύμφωνα με την επιγραφή, εικόνιζε τη Θεσσαλονίκη, κόρη του Φιλίππου και γυναίκα του Κασσάνδρου, που έδωσε το όνομά της στην πόλη. Επιγραφή: ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΝ ΦΙΛΙΠΠΟΥ ΒΑΣΙΛΙΣΣΑΝ

Η επικρατούσα άποψη της ίδρυσης της Θεσσαλονίκης το 316/15 π.Χ. από τον σφετεριστή του θρόνου του Βασιλείου της Μακεδονίας, Κάσσανδρο, σχετίζει την επιλογή του με την αντίληψη για τη στρατηγική θέση αυτής της ενδότατης κοιλότητας της μακεδονικής ακτογραμμής, η οποία εύκολα θα μπορούσε να συνδέσει την ενδοχώρα με τη θάλασσα, δημιουργώντας τις προϋποθέσεις για ακμάζουσα εμπορική κίνηση ενώ συνάμα παρείχε και ασφάλεια από επιδρομές. Επιπλέον ο Κάσσανδρος υπολόγιζε τον πολισμό της Θεσσαλονίκης σαν μία δεύτερη πράξη, που θα νομιμοποιούσε τις διεκδικήσεις του επί του μακεδονικού θρόνου έπειτα και από το γάμο του με γόνο της βασιλικής δυναστείας.

Με βασικό άξονα την αρχαία πόλη της Θέρμης, ο Κάσσανδρος ανάγκασε σε μετοίκηση τους πληθυσμούς 26 τοπικών, παράκτιων πολισμάτων δημιουργώντας τη νέα πολιτεία, που ονοματοθέτησε προς τιμή της συζύγου του, Θεσσαλονίκης. Η εμπορική σημασία της πόλης προσέλκυσε από νωρίς διάφορους εποίκους (Αιγύπτιους, Σύριους, Ιουδαίους) αυξάνοντας τον πληθυσμό και το τοπογραφικό της μέγεθος ενώ διατηρούσε εμπορικές επαφές με όλα τα λιμάνια της Ανατολής.

Στο διοικητικό επίπεδο η πόλη απολάμβανε ελεγχόμενης αυτονομίας που διαχειρίζονταν η Εκκλησία του Δήμου και η Βουλή ενώ συνάμα τελούσε υπό την επικυριαρχία του βασιλιά, ο οποίος ασκούσε την πολιτική εξουσία του μέσω κρατικών υπαλλήλων – εντολοδόχων, των Βασιλικών ενώ διόριζε και το στρατιωτικό διοικητή, τον Επιστάτη, ο οποίος είχε ως υπόβαθμους τον Υπεπιστάτη και τους Αρμοστές[9]

Ρωμαϊκή κυριαρχία

Η Αψίδα του Γαλερίου - Καμάρα στο κέντρο της Θεσσαλονίκης.

Η κατάλυση του Βασιλείου των Αντιγονιδών από τα ρωμαϊκά στρατεύματα του ύπατου Λεύκιου Αιμίλιου Παύλου το 168 π.Χ. έφερε τη Θεσσαλονίκη στα όρια της Ρωμαϊκής Δημοκρατίας (Res Publica Romana).

Αρχικά ορίστηκε πρωτεύουσα της μίας από τις τέσσερεις «μερίδες» - "regiones", στις οποίες είχαν χωρίσει οι Ρωμαίοι το ελληνιστικό βασίλειο, με έκταση από τον Στρυμόνα ως τον Αξιό (Macedonia Secunda). Έπειτα, όμως, από την καταστολή της επανάστασης του Αδραμμυτηνού Ανδρίσκου, τον οποίο φαίνεται να μην υποστήριξαν οι Θεσσαλονικείς[10], πραγματοποιήθηκε διοικητική αναδιάρθρωση και η Μακεδονία, με όρια εκτενέστερα του Βασιλείου των Αντιγονιδών, ανακηρύχθηκε ρωμαϊκή επαρχία (Provincia Macedonia)[11], διοικούμενη από Ανθύπατο με πρωτεύουσα και έδρα του πραίτορα τη Θεσσαλονίκη.

Η κατασκευή της Via Egnatia από τους Ρωμαίους μεταξύ 146 – 120 π.Χ., του βασικού στρατιωτικού και εμπορικού διαύλου της ανατολικής διοίκησης, η οποία ένωνε την Αδριατική με τον Ελλήσποντο και τη Μικρά Ασία, προώθησε την αξιολογική σημασία της πόλης και εμπέδωσε την πρωταγωνιστική της παρέμφαση μέσα στο μεγεθούμενο κράτος[12]. Έτσι, μέχρι το δεύτερο μισό του 2ου π.Χ. αιώνα, η Θεσσαλονίκη είχε αναδειχτεί στο κυρίαρχο σταυροδρόμι και βάση της εμπορικής και στρατιωτικής δραστηριότητας.

Στην εμφύλια διαμάχη δημοκρατικών και αυτοκρατορικών, που ακολούθησε τη δολοφονία του Ιούλιου Καίσαρα (44 μ.Χ.), οι κάτοικοι της Θεσσαλονίκης τάχθηκαν στο πλευρό των δεύτερων. Η ολοκληρωτική νίκη των αυτοκρατορικών Αντωνίου και Οκταβιανού έναντι των Βρούτου και Κάσιου το 42 μ.Χ. στους Φιλίππους[13] οδήγησε στην απόδοση περισσοτέρων προνομίων στην πόλη και ουσιαστικής αυτοδιοίκησης με την ανακήρυξή της σε «ελεύθερη πόλη» - Civitas Libera[14].

Κατά τον τελευταίο προχριστιανικό αιώνα όλο και περισσότεροι Ιουδαίοι μετοικούσαν στη Θεσσαλονίκη δημιουργώντας μία μεγάλη ιουδαϊκή παροικία, τοποθετημένη κοντά στο λιμάνι. Στη συναγωγή αυτής της κοινότητας κήρυξε τη χριστιανική πίστη ο Απόστολος Παύλος το 50 μ.Χ. Οι δύο επιστολές του προς τη μερίδα των εχριστιανισθέντων μελών της αλλά και πρώην εθνικών κατοίκων της πόλης αποτελούν τα αρχαιότερα κείμενα της Καινής Διαθήκης[15]

Η χριστιανική κοινότητα της Θεσσαλονίκης ευδοκίμησε και έγινε υπόδειγμα για όλες τις άλλες ελλαδικές κοινότητες, όπως φαίνεται και από την Α’ Επιστολή του Αποστόλου Παύλου όπου εγκωμιάζει την τοπική εκκλησία. Όμως ο χριστιανικός χαρακτήρας της πόλης έγινε εντονότερος στη διάρκεια της βασιλείας του Γαλέριου, όταν δίδαξε και μαρτύρησε ο πολιούχος της πόλης Άγιος Δημήτριος (305 μ.Χ.)[16].

Η Θεσσαλονίκη, όπως και σύνολη η Μακεδονία, ακολούθησε τη μακρά περίοδο ευημερίας που διασφάλιζε η Pax Romana, η περιώνυμη ρωμαϊκή ειρήνη που διήπε την Αυτοκρατορία μέχρι και το τέλος περίπου της δυναστείας των Αντωνίνων[17]. Το μέγεθος της αξίας της διαφαίνεται από τους τιμητικούς τίτλους, που της αποδόθηκαν από σειρά αυτοκρατόρων[18].

Στο στάδιο της παρακμής του παραδοσιακού ρωμαϊκού εθνικού - παγανιστικού κράτους και της μετατόπισης του κέντρου βάρους του στην ανατολή προκειμένου σε λιγότερο από έναν αιώνα να μετασχηματιστεί στη νέα κρατική οντότητα, που αργότερα αποκλήθηκε βυζαντινή, και πάλι η Θεσσαλονίκη διαδραμάτισε σημαίνοντα ρόλο. Αρχικά ως πρωτεύουσα του Γαλερίου,[19] ενός από τους Καίσαρες της τετραρχίας που εξουσίασε το imperium λίγο πριν τη μονοκρατορική επιβολή του Μεγάλου Κωνσταντίνου και έπειτα ως υποψήφια νέα πρωτεύουσα του κράτους[20] προτύπωσε τη δυναμική, που θα ενείχε στη διάρκεια της Χριστιανικής Αυτοκρατορίας της Ανατολής.

Η Βυζαντινή Συμβασιλεύουσα πόλις

Η πόλη συνδέθηκε εξαρχής με την ιστορική προσωπικότητα, που θα μετάλλασε την παγανιστική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία στο μακροβιότερο χριστιανικό βασίλειο, το θεμελιωτή του Βυζαντινού κράτους, Κωνσταντίνο το Μεγάλο. Το 324 ο Κωνσταντίνος, στο πλαίσιο της διαμάχης του με το Λικίνιο, χρησιμοποίησε τη Θεσσαλονίκη ως στρατιωτικό ορμητήριο κατασκευάζοντας νέο λιμάνι, τον περιώνυμο «σκαπτό λιμένα», προκειμένου να συγκεντρώσει σε αυτό στόλο από 200 «τριακόντορες» γαλέρες και 2000 εμπορικά πλοία, τα οποία θα μετέφεραν το στρατό του, δύναμης 120.000 ανδρών[21].

Έπειτα από την οριστική επικράτηση του Κωνσταντίνου έναντι του Λικίνιου στη Μάχη της Χρυσούπολης, ο δεύτερος με παρέμβαση της αδερφής του και συζύγου του Μ. Κωνσταντίνου εστάλη εξόριστος στο φρούριο της Ακρόπολης της Θεσσαλονίκης. Εκεί σύμφωνα με τον ιστορικό Ζώσιμο δολοφονήθηκε με εντολή του Κωνσταντίνου[22].

Η μεταφορά της πρωτεύουσας της Αυτοκρατορίας ανατολικά, στην παλαιά αποικία των Μεγαρέων, το Βυζάντιο, την από τούδε Κωνσταντινούπολη ή Νέα Ρώμη (Nova Roma), θα συντελέσει στην περαιτέρω ανάδειξη της Θεσσαλονίκης. Η παραυξάνουσα αντίληψη της γεωστρατηγικής της σημασίας και τα έργα που κατασκευάζονται στην πόλη, με πρόνοια των αυτοκρατόρων Ιουλιανού και Μεγάλου Θεοδόσιου, την καθιστούν «ὀφθαλμὸ τῆς Εὐρώπης καὶ κατ'ἐξοχὴν τῆς Ἑλλάδος». Γίνεται «Συμβασιλεύουσα», ονομάζεται «Μεγαλούπολις» και κατέχει τη θέση της επόμενης μετά την Κωνσταντινούπολη πόλης της Αυτοκρατορίας (Θεσσαλονίκην μετὰ τὴν μεγάλην παρὰ Ῥωμαίων πρώτην πόλιν)[23].

Ο Μέγας Θεοδόσιος, ως Αύγουστος της Ανατολής αρχικά, χρησιμοποίησε ως έδρα του τη Θεσσαλονίκη. Αφού απέκρουσε τους Γότθους το 378 ασπάστηκε το Χριστιανισμό, με προτροπή του Επισκόπου Θεσσαλονίκης Ασχολίου[24], και προχώρησε στη συστηματική οχύρωση της πόλης, εργασία που ανέθεσε στον Πέρση Ορμίσδα[25]. Από τη Θεσσαλονίκη εξέδωσε και το αυτοκρατορικό διάταγμα με το οποίο όριζε το Χριστιανισμό ως επίσημη θρησκεία του κράτους.

Ιστορική για τη σκληρότητά της έχει μείνει η πράξη της σφαγής 7.000 Θεσσαλονικέων στον Ιππόδρομο το 390, με διαταγή του Θεοδοσίου, σαν τιμωρία για την εξέγερση ενάντια στη φρουρά του, που αποτελούνταν από ηττημένους Γότθους υπό το Βουτέριχο[26].

Οι δοκιμασίες της Θεσσαλονίκης από τις επιδρομές των γοτθικών φύλων συνεχίστηκαν μέχρι και το τέλος του 5ου αιώνα όταν η πόλη κατάφερε να εξασφαλίσει μικρό διάστημα ειρήνης και ευημερίας. Στην ευπραγία της βοήθησε και ο μακεδονικής καταγωγής αυτοκράτορας Ιουστινιανός, δίδοντας ιδιαίτερο βάρος στα προβλήματά της και ανάγοντάς την σε πρωτεύουσα του Ιλλυρικού πραιτορίου[27].

Στα τέλη του 6ου αιώνα παρουσιάστηκε η σλαβική απειλή, η οποία έμελλε να ταλανίζει την πόλη για τους δύο επόμενους αιώνες. Τα σλαβικά φύλα, αρχικά με την καθοδήγηση των Αβαρών και αργότερα αυτόνομα, πραγματοποίησαν πολλές επιδρομές εναντίον της Θεσσαλονίκης με σημαντικότερες αυτές του 586 και του 597. Τέλος στις σλαβικές βλέψεις έδωσε το 688 ο αυτοκράτορας Ιουστινιανός Β’, ο επικαλούμενος Ρινότμητος, ο οποίος νικώντας τους Σλάβους εισήλθε θριαμβευτής στην πόλη.

Την περίοδο της Εικονομαχίας σε αντίδραση στην εικονόφιλη στάση της Εκκλησίας της Ρώμης ο αυτοκράτορας Λέων Γ’ ο Ίσαυρος απέσπασε το ανατολικό Ιλλυρικό από την εκκλησιαστική δικαιοδοσία της Ρώμης και το απέδωσε στο Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως[28]. Έπειτα από αυτό το γεγονός ο Αρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης έπαψε να είναι Βικάριος του Πάπα και η τοπική εκκλησία συνέδεσε την πορεία της με την ανατολική εκκλησιαστική διοίκηση. Το δεύτερο μισό του 9ου αιώνα έλαβε χώρα και η αποστολή προς τους σλαβικούς λαούς των Θεσσαλονικέων αδελφών Κυρίλλου και Μεθοδίου, η δράση των οποίων συνδέθηκε με την απαρχή του εκχριστιανισμού αλλά και της φιλολογίας των Σλάβων[29].

Το 904 η πόλη δέχθηκε επίθεση από τους Σαρακηνούς με αρχηγό τον εξισλαμισθέντα Λέοντα Τριπολίτη. Η σφοδρότητα της επίθεσης και η απροετοιμασία για πολιορκία οδήγησαν στην άλωση και τη λεηλασία της[30]. Παρόλα αυτά ο 10ος και οι αρχές του 11ου αιώνα χαρακτηρίστηκαν ως περίοδος αναδόμησης και η Αυτοκρατορία χωρίστηκε σε «θέματα». Η Θεσσαλονίκη αναδείχθηκε πρωτεύουσα ενός θέματος που επιβίωσε έως και τον 15ο αιώνα.

Από τη νορμανδική κατάκτηση στην κορυφή της διοίκησης

Γεγονός – ορόσημο για την ιστορία της Θεσσαλονίκης θεωρείται η άλωσή της από τους Νορμανδούς το 1185. Στις 15 Αυγούστου του 1185 νορμανδικός στόλος μεταφέροντας 80.000 στρατό κατέπλευσε στο λιμάνι της Θεσσαλονίκης και άρχισε την πολιορκία από ξηρά και θάλασσα. Ο ανεφοδιασμός, όμως, της πόλης δεν ήταν επαρκής, ο διοικητής της Δαυίδ Κομνηνός δεν ήταν ικανός να οργανώσει κατάλληλα την άμυνα, εγκατέλειψε τους αμυνόμενους και οι ενισχύσεις από την Κωνσταντινούπολη έφτασαν πολύ αργά. Έτσι οι Νορμανδοί, μέσα σε λίγες μέρες, (24 Αυγούστου 1185) αφού έχασαν 3.000 στρατιώτες, κατέλαβαν τη Θεσσαλονίκη, παρά την ηρωϊκή άμυνα των κατοίκων και τη λεηλάτησαν, θανατώνοντας 7.000 από τους κατοίκους της[31]. Βασικός ιστορικός της άλωσης ήταν ο Αρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης Ευστάθιος, από το έργο του οποίου «Ιστορία της αλώσεως της Θεσσαλονίκης υπό των Νορμανδών» αντλούνται οι περισσότερες πληροφορίες[32].

Η κατάληψη της Κωνσταντινούπολης από τους Φράγκους στα 1204 και η κατάλυση της Αυτοκρατορίας οδήγησε τους Θεσσαλονικείς σε διαπραγματεύσεις με το Φράγκο ηγεμόνα Βονιφάτιο το Μομφερατικό, αποτέλεσμα των οποίων υπήρξε η παράδοση της πόλης με τον όρο της διατήρησης των παλαιών τοπικών προνομίων[33]. Ο Βονιφάτιος ίδρυσε το Βασίλειο της Θεσσαλονίκης (Royaume de Thessalonique), που υπήρξε βραχύβιο, εκτίνοντας το βίο του σε είκοσι χρόνια.

Το 1224 ο Δεσπότης της Ηπείρου, Θεόδωρος Δούκας κατέλαβε τη Θεσσαλονίκη και χρίστηκε Βασιλεύς των Ρωμαίων από τον Αρχιεπίσκοπο Αχριδών Δημήτριο Χωματιανό[34]. Ο Θεόδωρος όρισε τη Θεσσαλονίκη πρωτεύουσα της ηγεμονίας του, η οποία αποτελούσε το αντίπαλο δέος του άλλου βυζαντινού κράτους, της Αυτοκρατορίας της Νικαίας.

Η παρακμή του κράτους του Θεοδώρου εκκίνησε από την ήττα του το 1230 στην Κλοκοτνίτσα από τον Ιωάννη Ασσάν Β’. Το μεγαλύτερο μέρος των εδαφών του καταλήφθηκε από τους Βουλγάρους ενώ στη Θεσσαλονίκη συνέχισαν να βασιλεύουν οι διάδοχοι του Θεοδώρου έως το 1246, οπότε την κατέλαβε ο Αυτοκράτορας της Νικαίας Ιωάννης Γ' Δούκας Βατάτζης.


Το Κίνημα των Ζηλωτών και η Παλαιολόγεια Αναγέννηση

Το επαναστατικό κίνημα των Ζηλωτών εμφανίστηκε ως μία πρωτότυπη δημοκρατική νησίδα στο μεσαιωνικό κόσμο, όπου ο ηγεμονισμός, ο διαχωρισμός των ευγενών από το λαό και η «ελέω θεού» διοίκηση αποτελούσαν τα απόλυτα θέσφατα[35]. Η διαπάλη μεταξύ του μέγα δούκα Αλεξίου Απόκαυκου και του Ιωάννη Καντακουζηνού για την κυριαρχία της επιρροής στο βυζαντινό θρόνο οδήγησε την Αυτοκρατορία σε εμφύλιο πόλεμο, αποτελέσματα του οποίου ήταν η δημιουργία χιλιάδων οικονομικών προσφύγων, συνωστιζόμενων σε μεγάλα αστικά κέντρα όπως η Θεσσαλονίκη.

Η ογκούμενη δυσαρέσκεια των λαϊκών τάξεων έναντι των ευγενών, που υποστήριζαν τον Καντακουζηνό, έφερε τη στάση των Ζηλωτών το 1342. Στις αρχές του έτους ο λαός της Θεσσαλονίκης, συντασσόμενος με την πλευρά της Άννας της Σαβοΐας και του Απόκαυκου και καθοδηγούμενος από τους Ζηλωτές, στασίασε και λεηλάτησε τα σπίτια του διοικητή της πόλης και των εύπορων ευγενών. Αφού επιβλήθηκαν απόλυτα μέσα στην πόλη οι Ζηλωτές ανέλαβαν την εξουσία.

Αυτή η πρόωρη κίνηση προλεταριακής διεκδίκησης κυριάρχησε μέχρι και το 1349 όταν η αντεπανάσταση, οργανωμένη από μέλη της αυτοκρατορικής αυλής, ανέτρεψε τους Ζηλωτές και επανέφερε την πόλη στην αυτοκρατορική «νομιμοφροσύνη»[36].

Παρά τις πολιτικές αναταραχές, κατά το 13ο και 14ο αιώνα η πόλη γνώρισε ιδιαίτερη πνευματική άνθηση και ανέδειξε πληθώρα λογίων, θεολόγων και καλλιτεχνών. Ιδιαίτερα στον τομέα της τέχνης οι σχολές της Θεσσαλονίκης επηρέασαν ολόκληρο το βαλκανικό χριστιανικό κόσμο και τη Ρωσία. Η όλη αυτή πνευματική κίνηση ονομάστηκε Παλαιολόγεια Αναγέννηση και είναι η περίοδος κατά την οποία η συμβασιλεύουσα Θεσσαλονίκη διεκδικεί τα πνευματικά πρωτεία της Αυτοκρατορίας[37].

Σε αυτό το κλίμα συνέβαλλε η επικράτηση των ιδεών των Ησυχαστών, που ως βασικό εκφραστή είχαν τον Αρχιεπίσκοπο Θεσσαλονίκης Γρηγόριο Παλαμά[38]. Η ησυχαστική κίνηση παρ’ ότι απετέλεσε τροχοπέδη στη διδασκαλία των φιλοσοφικών σπουδών και της κλασσικής παιδείας εντούτοις ανανέωσε τη μοναστική κίνηση και τέχνη, που εξακολούθησε να επιζεί στον Άθωνα και μετά την κατάλυση της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας[39].

Η σημαίνουσα οθωμανική Σελανίκ

Η οθωμανική προέλαση στα ευρωπαϊκά εδάφη της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας και η σταδιακή κατάληψη της βαλκανικής χερσονήσου διεμφάνισαν τα αποτελέσματά τους στη Θεσσαλονίκη, η οποία αποκλεισμένη από την ξηρά και χωρίς τη δυνατότητα λήψης εξωτερικής βοήθειας παραδόθηκε «φόρου υποτελής» στο Σουλτάνο Βαγιαζήτ Α΄ το 1387 έπειτα από τετραετή πολιορκία[40].

Ο ιστορικός Δούκας αναφέρει καταστροφή της Θεσσαλονίκης το 1391 από το Βαγιαζήτ με αιτία τη δραπέτευση του Μανουήλ Β' από τη σουλτανική αυλή και την ανάδειξή του σε Αυτοκράτορα[41]. Η πρώτη οθωμανική κατοχή της πόλης διήρκεσε έως το 1403 οπότε ο Αυτοκράτορας Μανουήλ, επωφελούμενος της ήττας του Βαγιαζήτ από τον Ταμερλάνο και της ακόλουθης εμφύλιας διαμάχης μεταξύ των γιών του για τη διαδοχή, κατάφερε να του αποδοθεί η Θεσσαλονίκη σαν αντάλλαγμα της συνδρομής του στο γιο του Βαγιαζήτ, Σουλεϊμάν Τσελεμπή.

Η ακεσφορία των εσωτερικών τραυμάτων της ηγεμονίας των Οσμανλιδών, η νέα της επιθετική ορμή έναντι των βυζαντινών εδαφών αλλά και η αδυναμία της παρηκμασμένης Αυτοκρατορίας στην υπεράσπισή τους οδήγησε το 1420 στην υπό όρους παράδοση της πολιορκούμενης Θεσσαλονίκης στους Βενετούς.

Η επταετής κατοχή από τα στρατεύματα της Γαληνοτάτης Δημοκρατίας υπήρξε ουσιαστικά περίοδος παρακμής για την πόλη. Ο ναυτικός και επίγειος αποκλεισμός της από τους Οθωμανούς σήμανε την οικονομική της εξασθένηση, που σε συνδυασμό με τη δυναστική συμπεριφορά των Βενετών ενέτειναν τη λαϊκή δυσαρέσκεια. Τελικά η «συμβασιλεύουσα πόλις» της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας καταλήφθηκε οριστικά από τους Οθωμανούς – Τούρκους στις 29 Μαρτίου του 1430 έπειτα από ισχυρή πολιορκία τριών ημερών[42].

Ο πολυεθνικός χαρακτήρας της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και η σχετική ανεκτικότητα έναντι των «λαών της Βίβλου» (ahl al-kitab), όπως υποδεικνυόταν από τον κυρίαρχο ισλαμικό νόμο, βοήθησαν το 15ο αιώνα στην εγκατάσταση των διωκόμενων από τη βόρεια Ευρώπη και την Ιβηρική χερσόνησο Ιουδαϊκών φύλων. Οι Εβραίοι Ασκεναζίμ και Σεφαραδίτες εγκαταστάθηκαν στις πόλεις της Αυτοκρατορίας και ιδιαίτερα στη Θεσσαλονίκη, όπου έγιναν ευπρόσδεκτοι[43] συμβάλλοντας επιπλέον στον επανεποικισμό έπειτα από την υφιστάμενη ερήμωσή της εξ’ αιτίας των πολεμικών επιχειρήσεων.

Οι Εβραίοι έκτοτε αποτέλεσαν το κυρίαρχο και οικονομικά εναργέστερο πληθυσμιακό στοιχείο της πόλης[44]. Έως και το 1912 η Θεσσαλονίκη παρέμεινε ένα μοναδικό, παγκόσμιο φαινόμενο εβραϊκής πόλης και αποκλήθηκε από τους ίδιους τους Ιουδαίους «Ιερουσαλήμ των Βαλκανίων»[45] και «Μητέρα του Ισραήλ»[46].

Η Θεσσαλονίκη ή Σελανίκ, σύμφωνα με την τουρκική παραλλαγή του ονόματός της, συνέχισε καθ’ όλη τη διάρκεια της παραμονής της μέσα στα όρια του σουλτανικού κράτους να αποτελεί σημαντικό διοικητικό, οικονομικό και θρησκευτικό κέντρο του με ρόλο παρόμοιο με αυτόν που κατείχε τη βυζαντινή περίοδο. Αναγέρθηκαν συγκροτήματα λουτρών, ισλαμικά μοναστήρια, τεμένη ενώ και αρκετοί χριστιανικοί ναοί μετατράπηκαν σε τόπους μουσουλμανικής λατρείας.

Σποραδικές εξεγέρσεις με κοινωνικά κυρίως αιτήματα, προερχόμενες από τους χριστιανικούς πληθυσμούς, καταπνίγηκαν σχετικά εύκολα από τη διοίκηση. Ιδιαίτερη, όμως, σκληρότητα επέδειξαν οι Οθωμανοί με το ξέσπασμα της Επανάστασης της Χαλκιδικής το Μάρτιο του 1821 όταν σφαγίασαν 3.000 περίπου χριστιανούς[47] σημαίνοντας την απαρχή μίας περιόδου τρομοκρατίας, που διήρκεσε έως και το 1823, χρονιά που κατεστάλησαν τα επαναστατικά κινήματα της Μακεδονίας.

Η λήξη του Ρωσοτουρκικού πολέμου του 1828 – 1829 επέφερε την ηρεμία στα ευρωπαϊκά εδάφη της Τουρκίας και τη συνακόλουθη οικονομική ανάπτυξη. Το θετικό κλίμα ενέτειναν και οι μεταρρυθμίσεις του Τανζιμάτ από το τέλος της δεκαετίας του 1830. Η Θεσσαλονίκη αυξάνει περαιτέρω την εμπορική της δύναμη ενώ παράλληλα ξεκινά η ανοικοδόμηση σημαντικών διοικητικών, εκπαιδευτικών και ιδιωτικών κτηρίων. Τις τελευταίες δεκαετίες του 19ου αιώνα παρατηρείται σημαντική αύξηση του πληθυσμού, που από 50.000 το 1865 φτάνει τις 90.000 το 1880 και τις 120.000 το 1895[48].

Το κίνημα των Νεοτούρκων και τα εθνικά αλυτρωτικά κινήματα


Το ρεύμα της εθνικιστικής ιδεολογίας, που ακολούθησε τη Γαλλική Επανάσταση και απλώθηκε σε ολόκληρη τη Γηραιά Ήπειρο, άρχισε, ογκούμενο σταδιακά μέσα στο 19ο αιώνα, να επιδρά και στα βαλκανικές εθνικές ομάδες, που βρίσκονταν στην οθωμανική επικράτεια.

Το ρωμέικο στοιχείο συγκρούστηκε έντονα με το βουλγαρικό, που με τη δράση των κομιτατζήδων προσπάθησε τη μεταστροφή των ορθοδόξων πληθυσμών από την κανονική δικαιοδοσία του Οικουμενικού Πατριαρχείου στη Βουλγαρική Εξαρχική Εκκλησία με στόχο τον εκβουλγαρισμό τους[49]. Η σύγκρουση αυτή κορυφώθηκε το διάστημα των ετών 1904-1908, την περίοδο του Μακεδονικού Αγώνα, όπου επιτελικό κέντρο των Ελλήνων αγωνιστών υπήρξε το ελληνικό προξενείο της Θεσσαλονίκης (σημερινό Μουσείο Μακεδονικού Αγώνος).

Παράλληλα με τα εθνικιστικά κινήματα αναπτυσσόταν και ένα άλλο κίνημα με στελέχη από τη στρατιωτική και πνευματική ελίτ της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και κέντρο του τη Θεσσαλονίκη. Στόχοι αυτής της κίνησης ήταν ο εκδημοκρατισμός, ο εκσυγχρονισμός και μετασχηματισμός σε ευρωπαϊκού τύπου συνταγματική μοναρχία της παραπαίουσας και μειούμενης εδαφικά Αυτοκρατορίας και πολιτικό εφαλτήριό της η "Επιτροπή για την Ένωση και την Πρόοδο" (İttihad ve Terakki Cemiyeti - Κομιτάτο Ένωση και Πρόοδος)[50], της οποίας η δράση εκκίνησε το 1896 και στις τάξεις της περιελάμβανε προοδευτικές προσωπικότητες από τις κυρίαρχες μακεδονικές εθνότητες με πρωτοστατούσα την τουρκική. Τα μέλη αυτής της επιτροπής έγιναν γνωστά με το όνομα Νεότουρκοι (Jön Türkler – Ζον Τουρκλέρ από το γαλλικό Jeunes Turcs) και στα πρώτα της βήματα αναδείχθηκε σε φορέα της αστικής αλλαγής με αντιιμπεριαλιστικές αιχμές[51].

Τον Ιούνιο του 1908 οι Νεότουρκοι διέθεταν την ισχύ ώστε να απαιτήσουν από το Σουλτάνο Αμπντούλ Χαμίτ Β΄ την πολιτειακή μεταβολή προς τη συνταγματική μοναρχία. Έτσι με μία εντυπωσιακή στρατιωτική κίνηση το 3ο Σώμα του Οθωμανικού Στρατού ξεκίνησε από τη Θεσσαλονίκη με κατεύθυνση την έδρα του Οίκου των Οσμανλιδών, την Κωνσταντινούπολη, όπου κορυφώθηκε η Επανάσταση των Νεοτούρκων, επιφέροντας ως αποτέλεσμα την παραχώρηση Συντάγματος στις 24 Ιουλίου 1908[52].

Η αντεπανάσταση των συντηρητικών Παλαιότουρκων το 1909 βοήθησε τον απολυταρχικό Αμπντούλ Χαμίτ να άρει τα συνταγματικά προνόμια. Σύντομα, όμως, οι Νεότουρκοι κατάφεραν να πάρουν την κατάσταση και πάλι στα χέρια τους εξαναγκάζοντας το Σουλτάνο σε παραίτηση και ανεβάζοντας στο θρόνο το μετριοπαθή αδελφό του, Μεχμέτ Ε΄ Ρεσάτ. Ο Αμπντούλ Χαμίτ οδηγήθηκε στο πολιτικό κέντρο των Νεοτούρκων, τη Θεσσαλονίκη, όπου παρέμεινε φρουρούμενος στην Έπαυλη Αλλατίνη (σημερινό Μέγαρο της Νομαρχίας Θεσσαλονίκης) έως και το 1912.

Τελευταίο σημαντικό γεγονός της οθωμανικής κυριαρχίας στη Θεσσαλονίκη υπήρξε η επίσκεψη στην πόλη του Σουλτάνου Μεχμέτ στις 31 Μαΐου 1911, στο πλαίσιο της περιοδείας του στα ευρωπαϊκά εδάφη της Αυτοκρατορίας. Αποκορύφωμα της επίσκεψης αποτέλεσαν η παρέλαση των εθνοτήτων ενώπιον του μονάρχη και το εντυπωσιακό προσκύνημά του στο τέμενος της Αγίας Σοφίας, σύμφωνα με το επίσημο τυπικό του προσκυνήματος της Παρασκευής στο τζαμί Χαμιντιέ της Κωνσταντινούπολης[53].

Η απαρχή της ελληνικής διοίκησης

Η απόδειξη των πραγματικών πολιτικών προθέσεων της ηγετικής ομάδας των Νεότουρκων, που ως βασικό στόχο είχαν τον εκτουρκισμό της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, μέσω της εξάλειψης των μειονοτήτων, και η σκλήρυνση της κρατικής πολιτικής έναντι αυτών έφεραν το ξέσπασμα του Α’ Βαλκανικού πολέμου[54]. Τα τέσσερα βαλκανικά βασίλεια, Ελλάδας, Σερβίας, Βουλγαρίας και Μαυροβουνίου, κήρυξαν τον πόλεμο στην Οθωμανική Αυτοκρατορία επιδιώκοντας την κατάκτηση και το διαμοιρασμό των ευρωπαϊκών της εδαφών, στα οποία κατοικούσε σημαντική μερίδα «αλύτρωτων» ομοεθνών τους

Η πόλη της Θεσσαλονίκης υπήρξε το διαφιλονικούμενο «λάφυρο» μεταξύ Ελλήνων και Βουλγάρων[55]. Οι νίκες των Ελλήνων σε σημαντικές μάχες είχαν δημιουργήσει θετικό κλίμα στο στράτευμα, το οποίο όδευε για την κατάκτηση του Μοναστηρίου, βαλκανικής πόλης με ακμαίο ελληνικό πληθυσμό. Ο επικεφαλής της στρατιάς της Θεσσαλίας και αρχιστράτηγος, Διάδοχος Κωνσταντίνος έπειτα από τη νικηφόρα Μάχη του Σαρανταπόρου κινούνταν προς το Μοναστήρι. Οι πληροφορίες, όμως, προς την ελληνική κυβέρνηση αναφέρονταν σε προώθηση των βουλγαρικών στρατευμάτων νοτιότερα, με σκοπό την κατάληψη της Θεσσαλονίκης[56]. Έτσι το ελληνικό στράτευμα της Θεσσαλίας, αλλάζοντας πορεία, κινήθηκε προς τη Θεσσαλονίκη, στην οποία έφτασε έπειτα από τη Μάχη των Γιαννιτσών (19 Οκτωβρίου) στις 25 Οκτωβρίου 1912 περικυκλώνοντάς την.

Οι Οθωμανοί στρατιωτικοί επιτελείς της Θεσσαλονίκης, με επικεφαλής το διοικητή του 8ου σώματος του οθωμανικού στρατού, Χασάν Ταξίν Πασά, αντιλήφθηκαν ότι πιθανή αντίσταση δε θα επέφερε ουσιαστικό αποτέλεσμα[57] και προέβησαν σε προτάσεις παράδοσης προς τον Κωνσταντίνο. Άλλωστε από οθωμανικής πλευράς υπήρχε η προτίμηση της παράδοσης της πόλης στους Έλληνες λόγω της αντίληψης ότι οι Βούλγαροι θα προέβαιναν σε βιαιότητες έναντι του μουσουλμανικού πληθυσμού[58]. Ο Κωνσταντίνος, όμως, δεν έκανε δεκτή την οθωμανική πρόταση και απαίτησε «άνευ όρων» παράδοση της πόλης. Την ίδια στιγμή ο Πρωθυπουργός, Ελευθέριος Βενιζέλος, έχοντας γνώση των κινήσεων της 7ης Βουλγαρικής μεραρχίας, η οποία πλησίαζε τη Θεσσαλονίκη, προειδοποίησε το Διάδοχο να επισπεύσει τη διαδικασία[59]. Έτσι στις 26 Οκτωβρίου 1912 (Ιουλιανό ημερολόγιο), ανήμερα της εορτής του πολιούχου Αγίου Δημητρίου, οι πληρεξούσιοι επιτελείς αξιωματικοί, Βίκτωρ Δουσμάνης και Ιωάννης Μεταξάς, υπέγραψαν στο Διοικητήριο της Θεσσαλονίκης τα πρωτόκολλα παράδοσης της πόλης από την οθωμανική διοίκηση στον ελληνικό στρατό και το απόγευμα της ίδιας ημέρας εισήλθαν στη Θεσσαλονίκη τα δύο πρώτα ελληνικά ευζωνικά τμήματα της μεραρχίας Κλεομένους.

Εντωμεταξύ οι Βούλγαροι, που είχαν προσεγγίσει την πόλη, πίεσαν το Χασάν Ταξίν Πασά να υπογράψει παρόμοιο πρωτόκολλο και με αυτούς. Η πρότασή τους, εντούτοις, δεν έγινε δεκτή με τη χαρακτηριστική απάντηση του Οθωμανού στρατηγού: «Έχω μόνο μία Θεσσαλονίκη, την οποία έχω ήδη παραδώσει»[60]. Παρά τούτο οι βουλγαρικές διεκδικήσεις δεν έπαυσαν έως και το Β’ Βαλκανικό Πόλεμο, οπότε το νικηφόρο αποτέλεσμά του, για την ελληνική πλευρά, επέφερε οριστική λύση στο θέμα.

Ένας ακόμη παράγοντας, που προσπάθησε να επηρεάσει το εδαφικό καθεστώς της Θεσσαλονίκης, ήταν η Αυστροουγγρική Αυτοκρατορία, που με τη συμπαράσταση της Γερμανίας επεδίωξε, ανεπιτυχώς, διεθνοποίηση της πόλης[61]. Ακόμη μερίδα της Ιουδαϊκής κοινότητας προώθησε στο εξωτερικό πρόταση για αυτόνομο καθεστώς υπό ισραηλιτική διοίκηση[62]

Στις 29 Οκτωβρίου ο Βασιλιάς Γεώργιος Α’ εισήλθε στην πόλη επικεφαλής τμημάτων στρατού και στις 30 Οκτωβρίου τελέστηκε από το Μητροπολίτη Θεσσαλονίκης Γεννάδιο δοξολογία στον τότε Καθεδρικό Ναό του Αγίου Μηνά «επί τη απελευθερώσει της πόλεως».

Τμήμα του σύγχρονου ελληνικού κράτους

Γεωγραφία

Η Θεσσαλονίκη βρίσκεται στο κέντρο περίπου του σημερινού νομού Θεσσαλονίκης, στο μυχό του Θερμαϊκού κόλπου.

Βόρεια-Βορειοανατολικά της πόλης υψώνεται ο Χορτιάτης, φυσική οχύρωση και πηγή μέρους του νερού που χρησιμοποιείται για την ύδρευσή της. Βορειοδυτικά απλώνεται η πεδιάδα της Θεσσαλονίκης, που συμπληρώνει τις ανάγκες της Θεσσαλονίκης σε ύδρευση. Η πεδιάδα ευνόησε την οικονομική ανάπτυξη της πόλης και της γύρω περιοχής, καθώς σχηματίστηκε (περίπου τον 1ο π.Χ. αιώνα) από τις προσχώσεις των ποταμών που διαρρέουν το νομό κι έτσι είναι ιδιαίτερα εύφορη.

Οι τρεις αυτοί ποταμοί, ο Αξιός, ο Λουδίας και ο Γαλλικός, εκβάλλουν δυτικά της πόλης ενώ ακόμα νοτιότερα εκβάλλει ο Αλιάκμονας. Οι ποταμοί αποτέλεσαν και φυσικά υδάτινα κωλύματα σε προσπάθειες προσέγγισης της πόλης από τα νότια· η διάβαση του Γαλλικού ποταμού από τα ελληνικά στρατεύματα, το 1912, οριστικοποίησε την άνευ όρων παράδοση των Οθωμανών. Το δέλτα του Αξιού αποτελεί υγροβιότοπο 22.000 στρεμμάτων ιδιαίτερης σημασίας, που προστατεύεται από τη συνθήκη Ραμσάρ.

Η θέση της πόλης στην ευρύτερη περιοχή Μακεδονίας-Θράκης, η ύπαρξη του λιμανιού της ως φυσικής πύλης της περιοχής αυτής προς τη θάλασσα αλλά και η φυσική οχύρωσή της καθιστούν τη Θεσσαλονίκη αφενός σημαντικό στρατηγικό σημείο, αφετέρου εμπορικό, συγκοινωνιακό και πολιτισμικό σταυροδρόμι από την αρχαιότητα έως και τα σημερινά χρόνια.


Κλίμα

Μήνας Ιαν Φεβ Μαρ Απρ Μάι Ιουν Ιουλ Αυγ Σεπ Οκτ Νοε Δεκ
Μέγιστη θερμοκρασία (°C) 9 10 13 18 23 28 31 30 26 21 14 10
Ελάχιστη θερμοκρασίας (°C) 1 2 5 7 12 16 18 18 15 11 6 2
Βροχόπτωση (mm) 40 38 43 35 43 30 22 20 27 45 58 50
Ρεκόρ θερμοκρασίας (°C) 20 22 25 31 36 39 42 39 36 32 27 26

Το κλίμα της Θεσσαλονίκης είναι μεσογειακό και υγρό σε ποσοστό 60% που ενίοτε φτάνει και το 100%. Γενικότερα πάντως, η Θεσσαλονίκη απολαμβάνει αρκετές ηλιόλουστες μέρες κατά την διάρκεια του έτους. Η μεγαλύτερη θερμοκρασία που έχει σημειωθεί, είναι τον Ιούλιο, που έφτασε τους 43ο C και η χαμηλότερη κατά τους χειμερινούς μήνες στους -5ο C. Κατά το υπόλοιπο, το κλίμα είναι ήπιο και η μέση ετήσια θερμοκρασία της, φτάνει τους 20ο C[63].

Πληθυσμός

Το πολεοδομικό συγκρότημα Θεσσαλονίκης, σύμφωνα με την απογραφή του 2001, έχει πραγματικό πληθυσμό 800.764 κατοίκους. Ο νομός Θεσσαλονίκης, για τον οποίο υπάρχουν ασφαλή στατιστικά στοιχεία, έχει πληθυσμό 1.057.825. Συγκεντρώνει ποσοστό 9,4% του πληθυσμού της χώρας με τάση αύξησης, αφού είχε το τέταρτο μεγαλύτερο ποσοστό φυσικής αύξησης του πληθυσμού το 1997 και το 1998 μετά τους νομούς Δωδεκανήσου, Ξάνθης και Ηρακλείου (υπεροχή γεννήσεων/1.000 κατοίκους: 2,9), και υψηλή αναλογία μαθητών Δημοτικού ανά 1.000 κατοίκους (66 έναντι μέσου Ελλάδας 61). Παράγει το 9,9% του ακαθάριστου εγχώριου προϊόντος της χώρας, το 2, 16% της συνολικής μεταποιητικής παραγωγής και τα 2/3 του προϊόντος του προέρχονται από τις υπηρεσίες. Με κατά κεφαλή προϊόν 3,8 εκ. δρχ. (3ος στην κατάταξη με 105% του μέσου όρου της Ελλάδος), η θέση του ως προς το μέσο της χώρας σε διάστημα μιας 10ετίας έμεινε σχεδόν σταθερή[64].

Ναός Παναγίας Χαλκέων

Η ζωή στη Θεσσαλονίκη

Κέντρο

Η πόλη της Θεσσαλονίκης έχει ένα αρκετά εκτεταμένο κέντρο, στο οποίο συγκεντρώνονται τα περισσότερα καταστήματα, δημόσιες υπηρεσίες, αξιοθέατα και χώροι αναψυχής. Η έκτασή του μπορεί να οριστεί ανατολικά από το συγκρότημα του 3ου Σώματος Στρατού, δυτικά από την Πλατεία Δημοκρατίας (πρώην Πλατεία Βαρδαρίου), νότια από την παραλιακή Λεωφόρο Νίκης (πρώην Λεωφόρο Βασιλέως Κωνσταντίνου Α’) και βόρεια από την οδό Ολυμπιάδος στις παρυφές της Άνω Πόλης.

Κεντρικές οδικές αρτηρίες του Κέντρου αποτελούν οι Οδοί Νίκης, Μητροπόλεως, Τσιμισκή, Εγνατία, Βενιζέλου και Αγίου Δημητρίου. Από την Οδό Φιλίππου ξεκινά η πλατεία Δικαστηρίων, η οποία αποτελεί προέκταση πάνω από την Εγνατία της Πλατείας Αριστοτέλους, της κυριότερης πλατείας της πόλης, που εκτείνεται μέχρι τη Λεωφόρο Νίκης.

Κατά το δεύτερο μισό του 20ου αιώνα υπήρξε σημαντική μετατόπιση του κέντρου της Θεσσαλονίκης ανατολικότερα. Ενώ παλαιότερα η κεντρική αγορά της πόλης βρισκόταν στην περιοχή του Βαρδαρίου και εκτεινόταν έως τη σκεπαστή αγορά, πριν την πλατεία Αριστοτέλους, σήμερα έχει υπερβεί κατά πολύ αυτά τα όρια φτάνοντας στην περιοχή του Μεγάρου της Χ.Α.Ν.Θ. κοντά στον παλαιό ζωολογικό κήπο.

Άνω Πόλη

Η περιοχή της Άνω Πόλης Θεσσαλονίκης που διασώθηκε από την πυρκαγιά του 1917 βρίσκεται στο βορειότερο και ψηλότερο τμήμα της παλιάς πόλης. Αρχίζει ουσιαστικά από τη βόρεια πλευρά της οδού Αγίου Δημητρίου φτάνοντας βόρεια ως τα τείχη της Ακρόπολης και δυτικά και ανατολικά ως τα αντίστοιχα Βυζαντινά Τείχη, που σώζονται σχεδόν ολόκληρα στην περιοχή.

Παρόλο ότι η περιοχή δεν ερευνήθηκε με αρχαιολογικές ανασκαφές, είναι σχεδόν βέβαιο ότι στην ελληνιστική, ρωμαϊκή και βυζαντινή εποχή δεν κατοικήθηκε, τουλάχιστον συστηματικά. Γειτονιές με κατοικίες δημιουργήθηκαν με την τουρκοκρατία, για να πυκνοκατοικηθεί η περιοχή στα τελευταία χρόνια του 19ου αιώνα, καθώς εκτιμήθηκαν οι κλιματολογικές συνθήκες που επικρατούν (μικροκλίμα) και η υπέροχη θέα που προσφέρει ο τόπος.

Στην περιοχή αυτή περιλαμβάνονται σημαντικά μνημεία της Θεσσαλονίκης όπως: τα Τείχη με την Ακρόπολη και το Επταπύργιο, ο Ναός του Οσίου Δαβίδ (Μονή Λατόμου), ο Ναός του Αγίου Νικολάου Ορφανού, ο Ναός των Ταξιαρχών, η Μονή Βλατάδων, ο Ναός της Αγίας Αικατερίνης, ο Ναός του Προφήτη Ηλία, ένας βυζαντινός λουτρώνας της πλατείας Κρίσπου, το Αλατζά Ιμαρέτ της οδού Κασσάνδρου κ.ά.

Πέρα όμως από τα μνημεία αυτά, στην περιοχή της Άνω Πόλης διασώζεται σε πολλά τμήματα ο παλιός (παραδοσιακός) πολεοδομικός ιστός της πόλης με τους στενούς λιθόστρωτους δρόμους, τα αδιέξοδα, τα μικρά ξέφωτα και τις πλατείες και προπαντώς με τα μοναδικά σε λιτότητα, λειτουργικότητα και κομψότητα κτίσματα της Λαϊκής Μακεδονίτικης Αρχιτεκτονικής[65].

Ανατολική Θεσσαλονίκη

Η ανατολική πλευρά της πόλης ξεκινά από την παλαιά Οδό Εξοχών, στα όρια της σημερινής Οδού Βασιλέως Γεωργίου – Βασιλίσσης Όλγας, και εκτείνεται, πλέον, μέχρι τα άκρα σημεία των δήμων Καλαμαριάς και Πυλαίας (Καμτσίδα ή Καπουτζήδα).

Στις Οδούς Βασιλίσσης Όλγας, Γεωργίου Παπανδρέου (Ανθέων) και Μεγάλου Αλεξάνδρου (Τζων Κέννεντυ) διατηρούνται πολλά αρχοντικά ευπόρων Θεσσαλονικέων του 19ου αιώνα. Η διχάλα που δημιουργείται από το διαχωρισμό της Μεγ. Αλεξάνδρου στις οδούς Γ. Παπανδρέου και Μαρίας Κάλλας εκτεινόμενη περιλαμβάνει το μεγαλύτερο μέρος της περιοχής της Σαλαμίνας, όπου είναι χτισμένο το Μέγαρο Μουσικής Θεσσαλονίκης, το Ποσειδώνιο κολυμβητήριο, η Γενική Κλινική και ο Ναός του Μεγάλου Φωτίου. Επίσης η περιοχή τα τελευταία χρόνια έχει μεταβληθεί σε νεανικό στέκι με πολλά καφέ και μπαρ.

Οι συνοικίες της Κρήνης και της Αρετσούς αποτελούν το νοτιότερο παραθαλάσσιο τμήμα του δήμου Καλαμαριάς. Εκεί συγκεντρώνεται ένα πλήθος κέντρων διασκέδασης και αναψυχής σχεδόν σε όλο το μήκος της Οδού Πλαστήρα. Η υποβαθμισμένη και βαλτώδης περιοχή της Καλαμαριάς που κατοικήθηκε, κυρίως, από προσφυγικούς, ανταλλάξιμους πληθυσμούς μετά το 1922, σήμερα έχει φτάσει να είναι μία από τις πλέον διακεκριμένες περιοχές της Θεσσαλονίκης με αλματώδη δομική, οικονομική και πληθυσμιακή ανάπτυξη. Εκεί βρίσκεται το πρώην στρατόπεδο Μακεδονομάχου Κόδρα, η Ναυτική Διοίκηση Βορείου Ελλάδος και το Κυβερνείο ή Παλατάκι, παλαιό τοπικό ανάκτορο των Ελλήνων Βασιλέων.

Η απαρχή του οικισμού της Πυλαίας ιστορείται από την περίοδο της οθωμανικής κατάκτησης της Θεσσαλονίκης. Η Καπουτζήδα, που ήταν τοποθετημένη, αρχικά, στην περιοχή Τριανδρίας - Άνω Τούμπας, ήταν το πλησιέστερο χωριό της Θεσσαλονίκης από την ανατολική πλευρά της. Απείχε περίπου 10 χιλιόμετρα από το Λευκό Πύργο, που αποτελούσε και το όριο της πόλης. Το ίδιο απείχε και από την πλατεία Σιντριβανίου, όπου ήταν η Πύλη της Καμάρας ή αλλιώς "Κασσανδρεωτική". Μετά την επέκταση της πόλης και τη δημιουργία του συνοικισμού Χαριλάου γύρω στα 1920-1922 απείχε από το τέρμα του μόλις 2 χιλιόμετρα.

Σήμερα η Πυλαία είναι ο μεγαλύτερος δήμος του πολεοδομικού συγκροτήματος Θεσσαλονίκης και συνορεύει ανατολικά με το Δήμο Πανοράματος και δυτικά με το Δήμο Καλαμαριάς και το Δήμο Τριανδρίας. Ο πληθυσμός της υπολογίζεται στις πενήντα χιλιάδες σύμφωνα με την απογραφή του 2001. Οι κάτοικοί της έχουν αστικοποιηθεί και μέρος των γαιών τους, γνωστών για την καλλιέργεια ιβίσκου (μπάμιας), έχουν οικοπεδοποιηθεί.

Στις περιοχές της ανατολικής Θεσσαλονίκης περιλαμβάνονται επίσης οι Δήμοι Τριανδρίας και Αγίου Παύλου καθώς και το Δ' Δημοτικό διαμέρισμα του Δήμου Θεσσαλονίκης, δηλαδή η περιοχή της Τούμπας.


Δήμος Θεσσαλονίκης

Ο Δήμος Θεσσαλονίκης καταλαμβάνει μόνο την κεντρική έκταση της πόλης με το ιστορικό κέντρο και περιοχές γύρω από αυτό. Ο νυν δήμαρχος Θεσσαλονίκης Βασίλης Παπαγεωργόπουλος έχει προτείνει την συγχώνευση των Δήμων που απαρτίζουν το πολεοδομικό συγκρότημα σε ένα μητροπολιτικό Δήμο. Στην έκταση του Δήμου Θεσσαλονίκης βρίσκονται τα κυριότερα αξιοθέατα και μνημεία της Θεσσαλονίκης. Ο Δήμος οργανώνει πολιτιστικές εκδηλώσεις όπως τα Δημήτρια και κατέχει ένα τηλεοπτικό και τρεις ραδιοφωνικούς σταθμούς.


Μνημεία

Η Θεσσαλονίκη απαριθμεί μνημεία από όλο το φάσμα του ιστορικού χρόνου, με πλειάδα ρωμαϊκών, πρωτοχριστανικών και βυζαντινών. Ένα πολύ γνωστό μνημείο και σύμβολο της Θεσσαλονίκης είναι ο Λευκός Πύργος. Άλλα σημαντικά μνημεία είναι η Αψίδα του Γαλέριου (καμάρα) και ο τάφος του (Ροτόντα- Αγ. Γεώργιος), η εκκλησία του Αγ. Δημητρίου, τα τείχη της και πλήθος άλλων βυζαντινών εκκλησιών.




Μουσεία

Η Θεσσαλονίκη έχει τρία σημαντικά μουσεία τέχνης. Το Κρατικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης στεγάζει μια από της σημαντικότερες συλλογές της ευρωπαϊκής πρωτοπορίας. Η συλλογή Γεώργιου Κωστάκη με έργα τέχνης της ρωσικης Avantgarde του 1920 είναι διεθνώς γνωστη και αγοράστηκε το 1997. Το Μακεδονικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης είναι πιο γενικό και καλύπτει την νεότερη τέχνη, επίσης λειτουργεί και η δημοτική πινακοθήκη. Το Κέντρο Διάδοσης Επιστημών & Μουσείο Τεχνολογίας είναι το μεγαλύτερο τεχνολογικό μουσείο της Ελλάδος. Άλλα μουσεία είναι το Αρχαιολογικό Μουσείο Θεσσαλονίκης και το Εβραϊκό Μουσείο.


Αθλητισμός

Η Θεσσαλονίκη είναι η έδρα για μερικά από τα μεγαλύτερα αθλητικά σωματεία της Ελλάδας, όπως ο Π.Α.Ο.Κ., ο Άρης, ο Ηρακλής και ο Απόλλων Καλαμαριάς. Στη Θεσσαλονίκη έγινε ο πρώτος αγώνας καλαθοσφαίρισης στην Ελλάδα, από αθλητές της Χ.Α.Ν.Θ. Η πόλη αποτέλεσε Ολυμπιακή πόλη κατά τους Ολυμπιακούς Αγώνες του 2004 της Αθήνας.


1, 2, 3,

4, 5,

ΜΜΕ

Η Θεσσαλονίκη είναι η έδρα της ΕΤ3, του τρίτου καναλιού της Δημόσιας Τηλεόρασης που εκπέμπει πανελλαδικά. Από την περιοχή της Θεσσαλονίκης εκπέμπουν πληθώρα τοπικών τηλεοπτικών σταθμών, με γνωστότερο το δημοτικό σταθμό TV100 και την TV Μακεδονία. Στη Θεσσαλονίκη εκδίδονται διάφορες εφημερίδες, με γνωστότερες τη Μακεδονία και τον Αγγελιοφόρο, οι οποίες κυκλοφορούν σε όλη τη Βόρειο Ελλάδα.

Δήμαρχοι Θεσσαλονίκης

Χαμάμ του Μπέη

Αδελφοποιημένες πόλεις

Ο Δήμος Θεσσαλονίκης έχει αδελφοποιηθεί με τις παρακάτω πόλεις:

Υποσημειώσεις - Παραπομπές - Βιβλιογραφία

  1. Ο πραγματικός πληθυσμός σύμφωνα με την απογραφή του 2001. Ο μόνιμος πληθυσμός είναι 809.457 (2001). Σ' αυτούς τους αριθμούς περιλαμβάνονται οι πληθυσμοί των ακόλουθων δήμων που απαρτίζουν το πολεοδομικό συγκρότημα Θεσσαλονίκης: Δήμος Θεσσαλονίκης, Αγίου Παύλου, Αμπελοκήπων, Ελευθερίου-Κορδελιού, Ευόσμου, Καλαμαριάς, Μενεμένης, Νεαπόλεως, Πολίχνης, Πυλαίας, Σταυρουπόλεως, Συκεών, Τριανδρίας.
  2. Ο ακαδημαϊκός Γεώργιος Μπακαλάκης στην εισήγησή του έναντι της Ακαδημίας Αθηνών με τίτλο «Η Βασίλισσα Θεσσαλονίκη», Πρακτικά της Ακαδημίας Αθηνών, 1986, τόμ.61, τεύχ.1, σελ.53-61, υποστηρίζει ότι ο Φίλιππος έδωσε το όνομα αυτής της νίκης στην κόρη του μη μπορώντας να το προσφέρει στον εαυτό του. Αναφέρει μάλιστα τον τύπο «Θεσσαλόνικος»
  3. Strabonis Geographica, Lib. VII, Fr. 21 βλ. αναλυτικότερα στο Fanoula Papazoglou, Les villes de Macédoine à l'époque romaine, Ecole française d'Athènes, Diffusion de Boccard, 1988 σελ. 193
    • Inscriptiones Graecae, X 2, 1 THESSALONICA ET VICINIA - 19
    • Πολυβίου Ιστοριών τα σωζόμενα, Editore Ambrosio Firmin Didot, Parisiis, MDCCCXXXIX σελ. 679
    • Inscriptiones Graecae, Χ, 2.1 THESSALONICA ET VICINIA - 19, 24, 150, 162, 165, 167, 177-179, 181, 199, 200, 207, 231-233, 283, 838, 1021, 1026, 1028, 1031, 1034, 1035
    • Ioannis Touratsoglou, Die Münzstätte von Thessaloniki in der römischen Kaiserzeit, (32/31 v. Chr. bis 268 n. Chr.), Βερολίνο 1988 σσ.115-116
    • Απόστολου Ε. Βακαλόπουλου, Ιστορία της Θεσσαλονίκης, Εκδ. Κυριακίδη, 1997, Θεσσαλονίκη σσ.19-22.
    • Απόστολος Παπαγιαννόπουλος, Ιστορία της Θεσσαλονίκης, Εκδ Ρέκος, 1983, Θεσσαλονίκη σσ.28-30
  4. Ε.Ι. Μικραγιαννάκη, Το πολιτιστικό έργο του Κασσάνδρου, Αρχαία Μακεδονία ΙΙ, 1977 σσ. 225-236
  5. Στεφάνου Βυζαντίου, Ἐθνικὰ κατ' ἐπιτομήν, «Θεσσαλονίκη»
    • Μ. Σακελλάριου, 2.300 Χρόνια από την ίδρυση της πόλεως της Θεσσαλονίκης,Πρακτικά της Ακαδημίας Αθηνών, 1985, τομ.60, τεύχος 2, σελ.552
    • Α. Βακαλόπουλος ο.π. σελ. 26
  6. Erich Stephen Gruen, The Hellenistic World and the coming of Rome, Berkeley, Los Angeles, and London: University of California Press, 1984 σσ. 343 - 344
  7. Ο γεωγράφος Κλαύδιος Πτολεμαίος το 2ο αιώνα δίνει τα όρια της επαρχίας της Μακεδονίας ανατολικά μέχρι τον ποταμό Νέστο, δυτικά μέχρι την Αδριατική, βόρεια μέχρι τις επαρχίες της Δαλματίας και Άνω Μοισίας, νοτιοανατολικά μέχρι το Μαλιακό κόλπο και νοτιοδυτικά μέχρι τις οροσειρές της Πίνδου. Βλ. Γεωγραφική υφήγησις, Βιβλίο 3ο, Μακεδονία
    • Pauline Schmitt-Pantel, Claude Orrieux, A History of Ancient Greece, 1999, Blackwell Publishing σσ.366
    • Α. Παπαγιαννόπουλος ο.π. σελ. 37
    • Α. Βακαλόπουλος ο.π. σελ. 32
  8. Cambridge University Press, Cambridge Ancient History, 2000, Cambridge University Press σσ. 6-8
    • Plinius Secundus, Naturalis Historia, Liber IV, 33: "Thessalonice liberae condicionis"
    • βλ. και Ioannis Touratsoglou, ο.π., σελ.6
    • Α. Παπαγιαννόπουλος ο.π. σελ. 40
    • Thomas Hartwell Horne, An Introduction to the Critical Study and Knowledge of the Holy Scriptures, 1825, E. Littell σελ. 366
    • W. J. Conybeare, J. S. Howson, The Life and Epistles of St. Paul, 1987, Wm. B. Eerdmans Publishing σσ.304 – 314
  9. Α. Βακαλόπουλος ο.π. σσ.55 ,63–69
  10. Alexis Keller, Pierre Allan, What Is A Just Peace?, 2006, Oxford University Press σσ. 133-134
  11. Οι αυτοκράτορες Δέκιος, Βαλεριανός, Γαλιηνός ονόμασαν τη Θεσσαλονίκη «Νεωκόρο» (φρουρό των ναών) και «Αποικία της Ρώμης» - Colonia διότι η πόλη έχτισε ιδιαίτερους ναούς για τους αυτοκρατορικούς θεούς. Σε νομίσματα της εποχής του Γορδιανού και του Φιλίππου του Άραβα υπάρχει η ένδειξη «Θεσσαλονικέων νεωκόρων». Ο Δέκιος ονόμασε την πόλη «Μητρόπολη και κολωνία και Δ’ νεωκόρο» Βλ. και Inscriptiones Graecae, Consilio et Auctoritate Academiae Scientarum Germanicae Ediatae, Volumen X, Pars II, Fasciculus I, Berolini, Apud Gualterum de Gruyter et Socios, MCMLXXII στην ενότητα Titulli Honorarii σσ. 67–70 καθώς και σελ. 309 Res Publicae Thessalonicensium
  12. M.Vitti, Η πολεοδομική εξέλιξη της Θεσσαλονίκης από την ίδρυσή της ως το Γαλέριο, Aρχαιολογική Eταιρεία, Αθήνα, 1996
  13. Αλκ. Σταυρίδου-Ζαφράκα, Θεσσαλονίκη «Πόλις μεγάλη και πολυάνθρωπος», Πρακτικά Πανελληνίου Συνεδρίου «Η Θεσσαλονίκη και ο Ευρύτερος Χώρος», Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών, Θεσσαλονίκη 2005 σελ.43
  14. Samuel N. C. Lieu, Dominic Montserrat, From Constantine to Julian: A Source History, 1996, Routledge σελ.59
    • "Ὁ δὲ Κωνσταντῖνος Μαρτινιανὸν μὲν παρεδίδου τοῖς δορυφόροις ἐπὶ θανάτῳ, Λικίννιον δὲ εἰς τὴν Θεσσαλονίκην ἐκπέμψας ὡς βιωσόμενον αὐτόθι σὺν ἀσφαλείᾳ, μετ’ οὐ πολὺ τοὺς ὅρκους πατήσας (ἦν γὰρ τοῦτο αὐτῷ σύνηθες) ἀγχόνην τοῦ ζῆν αὐτὸν ἀφαιρεῖται". Corpus Scriptorum Historiae Byzantinae, Ζωσίμου Κόμητος και από Φισκοσυνηγόρου Ιστορίας Νέας Βιβλία Εξ, Βιβλίο Β’ Κεφάλαιο 28, Bonnae, Impensis Ed. Weberi, MDCCCXXXVII
    • βλ. και Cambridge University Press ο.π. σελ. 94
  15. Α. Παπαγιαννόπουλος ο.π. σελ.59
  16. Henri de Valois - Edward Walford, The Ecclesiastical History of Socrates, Surnamed Scholasticus, Or the Advocate, 1853, H. Bohn, Λονδίνο σ.264-265
  17. Γ.Γ. Γούναρης, Παρατηρήσεις επί της χρονολογίας των τειχών της Θεσσαλονίκης, Μακεδονικά 11, 1971 σσ. 311-322
  18. Το γεγονός έχει μείνει στην ιστορία ως «Σφαγή της Θεσσαλονίκης» βλ. και David Stone Potter, The Roman Empire at Bay: Ad 180-395, 2004, Routledge σσ.567-570
  19. Α. Παπαγιαννόπουλος ο.π. σελ. 63
  20. Αθανάσιος Αγγελόπουλος, Η Εκκλησία Θεσσαλονίκης μεταξύ Ρώμης και ΚΠόλεως στο παρελθόν και μεταξύ ΚΠόλεως και Αθηνών στο παρόν - Στο πνεύμα του Ιερού Φωτίου, Εισήγηση την εορτή του ιερού Φωτίου, 6 Φεβρουαρίου 2004, Διορθόδοξο Κέντρο, Ι. Μονή Κοιμήσεως της Θεοτόκου, Πεντέλη [1]
  21. Διονύσιος Ζακυθηνός, Θεσσαλονίκη, Αι Βυζαντιναί Αθήναι του Βορρά, Πρακτικά της Ακαδημίας Αθηνών, 1985, τομ.60, τεύχος 2, σσ.574-575
  22. Πέτρος Βλαχάκος, Η μάχη στο Δημητρίτσι (1185 μ.Χ.), Πρακτικά Α΄ Επιστημονικού Συμποσίου «Η Νιγρίτα – Η Βισαλτία δια μέσου της Ιστορίας» (υπό την αιγίδα της Εταιρείας Μακεδονικών Σπουδών). Νιγρίτα 1995, σσ. 87-95
  23. Cyril A. Mango, The Oxford History of Byzantium, 2002, Oxford University Press Κεφ. 10 Fragmentation (1204 – 1453) υπό Stephen W. Reinert σελ.250
  24. George Finlay, The history of Greece from its conquest by the Crusaders to its conquest by the Turks, 1851, Εδιμβούργο σσ. 137-138
  25. «Είναι, πράγματι, σαφές -παρά τη σύγχυση των πηγών- ότι oι Ζηλωτές της Θεσσαλονίκης συνιστούσαν «κοινωνική ομάδα», διακρινόμενη από το Λαό. Συνδεόταν με τους ναυτικούς («παραθαλασσίους»), μια γνωστή συντεχνία με επί κεφαλής Παλαιολόγους. Η συνεργασία Ζηλωτών-ναυτών οφειλόταν προφανώς σε σύμπτωση συμφερόντων. Σ’άλλες πόλεις στη συνεργασία αυτή συμμετείχαν και έμποροι. Η εμφάνιση αριστοκρατών (Παλαιολόγων) στην ηγεσία δεν πρέπει να αποπροσανατολίζει. Ήταν κοινό φαινόμενο και στην Δ. Ευρώπη σε ανάλογες καταστάσεις. Oι Ζηλωτές ταυτίσθηκαν με το λαό και εξέφραζαν τα αιτήματα των κατωτέρων κοινωνικών στρωμάτων, εν μέρει δε συνέπιπταν και με το στρατό.» Πρωτ. Γεώργιος Μεταλληνός, Ησυχαστές και Ζηλωτές - Πνευματική ακμή και κοινωνική κρίση στον Βυζαντινό 14ο αιώνα, Ελληνισμός Μαχόμενος, Eκδόσεις Τήνος, Αθήνα 1995. [2]
  26. Συνοπτική παρουσίαση των απόψεων για το κίνημα των Ζηλωτών βλ. στο: Κ. Κωτσιόπουλος, Το κίνημα των Ζηλωτών στην Θεσσαλονίκη (1342-1349): Θεολογική και Κοινωνιολογική διερεύνηση, Θεσσαλονίκη 1997 Κεφάλαιο 4ο «Η Θεολογία της Επανάστασης – Απελευθέρωσης και το Ζηλωτικό κίνημα» σσ. 156-163 και Κεφάλαιο 5ο «Χριστιανισμός και Κοινωνικά Προβλήματα» σσ. 164- 169
  27. «Η παλαιολόγεια Αναγέννηση είναι το κύκνειο άσμα του βυζαντινού πνεύματος. Οι θρησκευτικές έριδες (Ησυχασμός, το πρόβλημα της ένωσης με τους Δυτικούς), αλλά και ο εξ ανατολών κίνδυνος αναζωπυρώνουν την πνευματική κίνηση και ενθαρρύνουν την παραγωγή έργων που πλουτίζουν πλην ελαχίστων εξαιρέσεων (τα έργα κατά των αλλοδόξων) την υπεραρχαΐζουσα παράδοση. Είναι η εποχή όπου τα πνευματικά πρωτεία διεκδικεί από τη Βασιλεύουσα η Θεσσαλονίκη με τον Άθω. Ωστόσο, οι διανοούμενοι της εποχής, κοσμικοί, όπως ο Θεόδωρος Μετοχίτης, ιερωμένοι, αλλά και αυτοκράτορες, όπως ο Ιωάννης Καντακουζηνός και ο Μανουήλ Β΄ Παλαιολόγος (1391-1425), βρίσκονται εγκλωβισμένοι σε ένα παγερό γλωσσικό αρχαΐσμό που αδικεί την πρωτοτυπία της σκέψης τους.» Ελένη Γλύκατζη-Αρβελέρ, Ιστορία της Ελληνικής Γλώσσας, Ε.Λ.Ι.Α., Αθήνα 1999, σσ. 134-135
  28. Αναλυτικότερα για το πρόσωπο και τη δράση του Γρηγορίου Παλαμά: John Meyendorff, St. Gregory Palamas and Orthodox Spirituality, 1974, St Vladimir's Seminary Press
  29. Α. Βακαλόπουλος ο.π. σ.154-155
  30. Βασίλης Δημητριάδης, Η Θεσσαλονίκη κατά την εποχή της Τουρκοκρατίας, Πρακτικά Πανελληνίου Συνεδρίου «Η Θεσσαλονίκη και ο Ευρύτερος Χώρος», Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών, Θεσσαλονίκη 2005 σελ.64
  31. Α. Βακαλόπουλος ο.π. σελ.166
  32. Στο έμμετρο χρονικό του Μέγα Λογοθέτη του Οικουμενικού Πατριαρχείου, Ιέρακος (16ος αιώνας) «Χρονικόν περί της των Τούρκων βασιλείας» αναφέρονται τα παρακάτω: «Τότε τινὲς τῶν μοναχῶν, λέγω τῶν ῥακενδύτων, ἐκ τῶν Βλατέων τῆς μονῆς, ἐντὸς αὐτοῦ οἰκοῦντες κατέγραψαν, ἐδήλωσαν ἅπαντα τῷ σουλτάνω, γράφουσι δὲ καὶ λέγουσιν∙ ὢ Κύριε Σουλτάνε, ὡς εἰ σοί ἐστι βουλητὸν ἄρξαι Θεσσαλονίκης λαβεῖν καὶ ταύτην καὶ ἡμὰς καὶ πάντας τοὺς ἐν πόλει τοὺς ὑδροχόους ἔκοψον σωλῆνας Χορτιάτου δίψῃ πιεζομένων δὲ πάντων καὶ ἀπορίᾳ, ἀκόντων τελεσθήσεται ὅπερ ποθεὶς γενέσθαι. Ὅρος Χορτιάτης ἐστὶ δὲ κείμενον ὑπὲρ ταύτῃ ἐξ οὐ τῇ πόλει ἄριστον ὕδωρ ἡδὺ εἰσρέει». Η λαϊκή αυτή παράδοση της προδοσίας της πόλης από τους μοναχούς της Μονής Βλατάδων αμφισβητείται από το Βακαλόπουλο βάσει των ιστορικών μαρτυριών της εποχής βλ. Βακαλόπουλος ο.π. σελ. 194 και από τον Α. Παπαγιαννόπουλο ο.π. σελ. 130
  33. Sol Scharfstein, Understanding Jewish History 2, 1997, KTAV Publishing House σελ. 246
  34. «Καθώς οι Ισπανοί πρόσφυγες έφταναν στις προβλήτες κατά διαδοχικά κύματα, η πόλη μεγάλωνε αλματωδώς. Το 1520 περισσότεροι από τους μισούς από τους 30.000 κατοίκους της ήταν Εβραίοι και η ίδια είχε μεταβληθεί σε ένα από τα σπουδαιότερα λιμάνια της Ανατολικής Μεσογείου» Mark Mazower , Θεσσαλονίκη, Η πόλη των φαντασμάτων, Εκδόσείς Αλεξάνδρεια, 2006 σελ. 75
    • George E. Berkley, Jews, 1997, Branden Books, Βοστόνη σελ. 19
    • Eric R. Dursteler, Venetians in Constantinople: Nation, Identity, and Coexistence in the Early Modern Mediterranean, 2006, Johns Hopkins University Press, σελ. 105
    • Esther Benbassa, Aron Rodrigue, Sephardi Jewry: A History of the Judeo-Spanish Community, 14th-20th Centuries, 2000, University of California Press σελ.8
    • Sylvie Courtine-Denamy, The House of Jacob, 2003, Cornell University Press σελ.42
  35. Ο Α. Παπαγιαννόπουλος ο.π. σελ.157 αναφέρεται στην παρέμβαση του Τούρκου μολλά της πόλης Χαϊρουλλάχ υπέρ των Ελλήνων. Την επιστολή του ίδιου προσώπου προς το Σουλτάνο, με επικριτικό περιεχόμενο για τους σφαγείς, αναφέρει και ο Mark Mazower στο έργο του «Θεσσαλονίκη, Η πόλη των φαντασμάτων» σσ. 175-176
  36. Α. Βακαλόπουλος ο.π. σσ.345-346
  37. Το Φεβρουάριο του 1871 με σουλτανικό φιρμάνι ιδρύθηκε η Βουλγαρική Εξαρχία ως αυτόνομη εκκλησιαστική διοίκηση με στοιχειώδη αναφορά προς το Οικουμενικό Πατριαρχείο. Ο Οικουμενικός Πατριάρχης Άνθιμος Ε’ συγκάλεσε στα 1872 Σύνοδο, η οποία καταδίκασε τον εθνοφυλετισμό και κήρυξε σχισματική την Εξαρχία. Η Βουλγαρική Εκκλησία απέκτησε κανονικότητα το 1945 έπειτα από αίτηση συγχωρήσεως προς τον Οικουμενικό Θρόνο. Βλ. αναλυτικότερα Richard J. Crampton, A Concise History of Bulgaria, 1997, Cambridge University Press σσ. 75-76 και John Meyendorff, The Orthodox Church: Its Past and Its Role in the World Today, 1981, St Vladimir's Seminary Press σελ. 153
  38. Η οργανωτική δομή της Επιτροπής αποτελείτο από το αρχικό κομιτάτο "Ένωση και Πρόοδος" και την "Οθωμανική Επιτροπή Απελευθέρωσης" (Osmanli Htirriyeti Cemiyeti) του Μεχμέτ Ταλάτ, τα οποία συνενώθηκαν το Σεπτέμβριο του 1907. Erik Jan Zurcher, The Unionist Factor: The Role of the Committee of Union and Progress in the Turkish Nationalist Movement 1905-1926, International Journal of Middle East Studies, Vol. 20, No. 3 (Aug., 1988), σελ. 391
  39. Αλέξανδρος Δάγκας, Συμβολή στην έρευνα για την οικονομική και κοινωνική εξέλιξη της Θεσσαλονίκης: Οικονομική δομή και κοινωνικός καταμερισμός της εργασίας, 1912-1940, Εκδόσεις ΕΕΘ, Θεσσαλονίκη, 1998 σελ.8
  40. Για το Κίνημα των Νεοτούρκων βλ. E. F. Knight, Turkey; the Awakening of Turkey; the Turkish Revolution Of 1908, 2002, Adamant Media Corporation και M. Sukru Hanioglu, The Young Turks in Opposition (Studies in Middle Eastern History), 1995, Oxford University Press
  41. Αναλυτική περιγραφή της επίσκεψης του Σουλτάνου Μεχμέτ στη Θεσσαλονίκη γίνεται στο βιβλίο του Χρίστου Κ. Χριστοδούλου, Μουσταφά Κεμάλ: Ο βίος και η πολιτεία του στη Θεσσαλονίκη, Εκδ. Εξάντας, 2007 σσ. 201 - 209
  42. Αναλυτικότερα για τους Βαλκανικούς Πολέμους βλ.
    • Λεωνίδα Παρασκευόπουλου, Βαλκανικοί Πόλεμοι 1912-1913, Εκδ. Καστανιώτη, 1999
    • André Gerolymatos, The Balkan Wars, 2002, Basic Books
    • Jacob Gould Schurman, The Balkan Wars, 1912-1913, 2005, Cosimo Inc.
  43. Charles and Barbara Jelavich, The Establishment of the Balkan National States, 1804-1920, 1986, University of Washington Press, σελ. 217
  44. Τις πληροφορίες προς την ελληνική Κυβέρνηση διαβίβασαν ο Έλληνας γιατρός του βουλγαρικού αρχιστρατηγείου Απόστολος Δοξιάδης και ο, επίσης, Έλληνας Έφεδρος Υπίατρος της 7ης βουλγαρικής μεραρχίας Φίλιππος Νίκογλου. Βλ. Κωνσταντίνος. Αν. Βαβούσκου, Μελετήματα - Οία τε φύλλα μακεδνής αιγείροιο - Επιστημονικαί Πραγματείαι, Σειρά Νομική και Οικονομική, αρ. 8, Θεσσαλονίκη, 2006, Τόμος Β’ σελ. 1116 και Α. Παπαγιαννόπουλος ο.π. σελ. 189
  45. Herbert Adams Gibbons, The New Map of Europe (1911-1914): The Story of the Recent European Diplomatic Crises and Wars, 1914, The Century Company σελ.297
  46. Α. Παπαγιαννόπουλος ο.π. σελ. 190
  47. Για το θέμα της αλλαγής πορείας του ελληνικού στρατού όπως και της παράδοσης της Θεσσαλονίκης υπάρχει η διαμφισβητούμενη ιστορική πληροφορία των τηλεγραφημάτων του Πρωθυπουργού Ε. Βενιζέλου προς τον Αρχιστράτηγο Κωνσταντίνο.
    • Αναφερόμενος σε αυτό ο Κωνσταντίνος Αν. Βαβούσκος ο.π. σελ. 1117 γράφει: «Μεγάλη συζήτησις, ἐξελιχθεῖσα εἰς πολιτικὴν διαμάχην, ἐγένετο ὡς πρὸς τὸ πῶς ἡ ὑπὸ τὸν ἀρχιστράτηγον διάδοχον Κωνσταντῖνον στρατιά, ἡ ὁδεύουσα πρὸς Μοναστήριον, ἤλλαξε πορείαν πρὸς Θεσσαλονίκην. Λέγουν ὅτι ὁ πρωθυπουργὸς καὶ ὑπουργὸς Στρατιωτικῶν τότε Ἐλευθέριος Βενιζέλος ἐπίεσεν αὐτὸν διὰ διαταγῆς του νὰ ἀλλάξη πορείαν διὰ νὰ μὴ ἀπωλεσθῆ ἡ Θεσσαλονίκη πρὸς ὄφελος τοῦ Μοναστηρίου....Ἐν πάσῃ περιπτώσει ὁ διάδοχος Κωνσταντῖνος δὲν ἐστράφη πρὸς Θεσσαλονίκην λόγω διαταγῆς τοῦ Βενιζέλου, ἀλλὰ λόγω τοῦ ὅτι τὰ ἀνιχνευτικὰ σώματα, τὰ ὁποῖα εἶχεν ἐξαποστείλει πρὸς ἀνατολὰς τὸν ἐνημέρωσαν περὶ τῆς ἐκεῖ στρατιωτικῆς καταστάσεως. Ὁ ἀγαπητὸς συνάδελφός μου καθηγητὴς τῆς Ἱστορίας εἰς τὸ Πανεπιστήμιον Ἀθηνῶν Πρωτοψάλτης, ἀσχοληθεῖς εἰδικῶς μὲ τὸ θέμα, μὲ διεβεβαίωσεν ὅτι κατὰ τὴν ἔρευνάν του εἰς τὰ ἀρχεῖα τοῦ τότε Ὑπουργείου Στρατιωτικῶν οὐδεμίαν τοιαύτην διαταγὴν ἀνεῦρεν.»
    • Ο Pelham H. Box στο έργο Three Master Builders and Another: Studies in Modern Revolutionary and Liberal Statesmanship, 1925, Ayer Publishing σελ.218 αναφέρεται σε διάβημα του Βενιζέλου προς το Βασιλιά Γεώργιο προκειμένου να πεισθεί ο Κωνσταντίνος να οδεύσει προς τη Θεσσαλονίκη.
    • Ο Emil Ludwig στο βιβλίο του Nine Etched from Life, 1969, Ayer Publishing, σελ.270 εκτός από το διάβημα Βενιζέλου προς το Γεώργιο μεταφέρει και ένα διάλογό του με τον Κρητικό πολιτικό, όπου ο Βενιζέλος κάνει λόγο για παλαιότερη συζήτησή του με τον Κωνσταντίνο, στην οποία του είχε επισημάνει την ανάγκη προώθησης του στρατεύματος προς Θεσσαλονίκη και όχι προς Μοναστήρι.
    • Την εκδοχή του διαβήματος και των τηλεγραφημάτων υποστηρίζει ο Α. Παπαγιαννόπουλος ο.π. σσ. 188-190
  48. Richard Cooper Hall, The Balkan Wars, 1912-1913: Prelude to the First World War, 2000, Routledge, σελ. 62
  49. Α. Παπαγιαννόπουλος ο.π. σελ. 192
    • Alex Penmann, Jewish Thessaloniki: "Madre de Israel's" unsung requiem, Athens News, 22/07/2005, page: A24, Article code: C13140A241
    • Α. Παπαγιαννόπουλος ο.π. σελ. 192.
  50. Πηγή: Ιστοσελίδα του Τμήματος Τουριστικών Επιχειρήσεων του Α.Τ.Ε.Ι. Θεσσαλονίκης [3]
  51. Πηγή: Ιστοσελίδα της ENAE / Ένωση Νομαρχιακών Αυτοδιοικήσεων Ελλάδος [4]
  52. Πηγή: Ιστοσελίδα Μνημεία της Θεσσαλονίκης [5]


Κατάλογος Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης

Εξωτερικοί Σύνδεσμοι

Μουσεία


Νομός Θεσσαλονίκης : Δήμος(πολεοδομικό συγκρότημα)

Αγίου Αθανασίου | Αγίου Γεωργίου | Αγίου Παύλου | Αμπελοκήπων | Αξιού | Απολλωνίας | Αρέθουσας | Ασσήρου | Βασιλικών | Βερτίσκου | Εγνατίας | Ελευθερίου - Κορδελιού | Επανομής | Ευκαρπίας | Ευόσμου | Εχεδώρου | Θερμαϊκού | Θέρμης | Θεσσαλονίκης | Καλαμαριάς | Καλλιθέας | Καλλινδοίων | Κορωνείας | Κουφαλίων | Λαγκαδά | Λαχανά | Μαδύτου | Μενεμένης | Μηχανιώνας | Μίκρας | Μυγδονίας| Νεαπόλεως | Πανοράματος | Πεύκων | Πολίχνης | Πυλαίας | Ρεντίνας | Σοχού | Σταυρουπόλεως | Συκεών | Τριανδρίας | Χαλάστρας | Χαλκηδόνος | Χορτιάτη | Ωραιοκάστρου

Για πλήρη κατάλογο των πόλεων και οικισμών του νομού, δείτε επίσης : Διοικητική διαίρεση νομού Θεσσαλονίκης

Γεωγραφία της Ελλάδας

Γεωγραφία της Ελλάδας : Αλφαβητικός κατάλογος

Χώρες της Ευρώπης

Άγιος Μαρίνος | Αζερμπαϊτζάν1 | Αλβανία | Ανδόρρα | Αρμενία2 | Αυστρία | Βατικανό | Βέλγιο | Βοσνία και Ερζεγοβίνη | Βουλγαρία | Γαλλία | Γερμανία | Γεωργία2 | Δανία | Δημοκρατία της Ιρλανδίας | Ελβετία | Ελλάδα | Εσθονία | Ηνωμένο Βασίλειο | Ισλανδία | Ισπανία | Ιταλία | Κροατία | Κύπρος2 | Λεττονία | Λευκορωσία | Λιθουανία | Λιχτενστάιν | Λουξεμβούργο | Μάλτα | Μαυροβούνιο | Μολδαβία | Μονακό | Νορβηγία | Ολλανδία | Ουγγαρία | Ουκρανία | ΠΓΔΜ | Πολωνία | Πορτογαλία | Ρουμανία | Ρωσία1 | Σερβία | Σλοβακία | Σλοβενία | Σουηδία | Τουρκία1 | Τσεχία | Φινλανδία

Κτήσεις: Ακρωτήρι3 | Δεκέλεια3 | Νήσοι Φερόες | Γιβραλτάρ | Γκέρνσεϋ | Τζέρσεϋ | Νήσος Μαν

1. Κράτος μερικώς σε ασιατικό έδαφος. 2. Γεωγραφικά ανήκει στην Ασία, αλλά θεωρείται ευρωπαϊκό κράτος για ιστορικούς και πολιτισμικούς λόγους. 3. Βρετανικό έδαφος μέσα στην Κυπριακή Δημοκρατία.

Κόσμος

Αλφαβητικός κατάλογος

Hellenica World

Από τη ελληνική Βικιπαίδεια http://el.wikipedia.org . Όλα τα κείμενα είναι διαθέσιμα υπό την GNU Free Documentation License