- Art Gallery -

 

- Γεγονότα, Hμερολόγιο -

 

.

Περιφέρεια : Δυτική Μακεδονία
Νομός : Κοζάνης

- Δήμος Σερβίων --

Τα Σέρβια είναι μια από τις σημαντικότερες πόλεις του Νομού Κοζάνης. Βρίσκονται στις Βορειοδυτικές απολήξεις των Πιερίων ορέων, 26 χλμ. Νοτιοανατολικά της Κοζάνης. Επίσης βρίσκονται 150 χλμ. Νοτιοδυτικά-δυτικά της Θεσσαλονίκης και 100 χλμ. Βόρειο-βόρειο δυτικά της Λάρισας.


View Larger Map

Από τα Σέρβια ή οδική διαδρομή, μέσω Π. Καστανιάς ή Πλατανορρεύματος και Πιερίων, προς την Κατερίνη είναι 65 χλμ. Είναι η πλέον σύντομη και προσιτή διαδρομή από το Ν. Κοζάνης προς την Κατερίνη κατά την οποία ο ταξιδιώτης συναντάει όμορφα τοπία και φυσικές ομορφιές.

Δήμος Σερβίων

Ιστορία

Τα Σέρβια κατοικήθηκαν από τα Προϊστορικά χρόνια από τα οποία και σώζονται τάφοι, αγγεία, νεολιθικά εργαλεία. Το 1909 ο Wace ανακάλυψε τον προϊστορικό οικισμό των Σερβίων. Αργότερα έγιναν και άλλες ανασκαφές: το 1930 από τον Heurtley και την περίοδο 1971-73 από τις C.Ridley και κ. Ρωμιοπούλου που έφεραν στο φως σημαντικότατα ευρήματα. Έτσι τα Σέρβια πέρασαν στη διεθνή βιβλιογραφία ως μεμονωμένη Θεσσαλική αποικία.

Η κα Χονδρογιάννη-Μετόκη αναφέρει ότι από το 1985 και μετά η έρευνα έφερε στο φως ένα μεγάλο αριθμό προϊστορικών θέσεων καθώς και λείψανα κατοίκησης ιστορικών χρόνων, που υποχρέωναν τους αρχαιολόγους να δούνε την περιοχή ως μία ενιαία ανεξάρτητη πλέον ενότητα. Οι θέσεις που έχουν εντοπισθεί καλύπτονται κατά το μεγαλύτερο χρονικό διάστημα από τα νερά της Λίμνης Σερβίων και έρχονται στο φως μόνο με την μείωση της στάθμης του νερού, περιορίζοντας έτσι στο ελάχιστο τα περιθώρια της έρευνας. Κεραμική, γραπτή και μονόχρωμη, αλλά και πολλές άλλες κατηγορίες, λίθινα εργαλεία κατασκευασμένα με κρούση ή τριβή.

servia197

Ονομασία

Η ονομασία των Σερβίων προήλθε από το λατινικό ρήμα Servo που σημαίνει φυλάττω, παρατηρώ και ουσιαστικά ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, αφού για αιώνες -και κυρίως επί Βυζαντινής Αυτοκρατορίας - λόγω της θέσης του, ήταν ένα απόρθητο φρούριο που έλεγχε τις μοναδικές διόδους μεταξύ Μακεδονίας και Θεσσαλίας στην περιοχή. Η πρώτη ονομασία των Σερβίων ήταν "Φυλακαί" επί Μακεδόνων και μέχρι τις αρχές του 2ου μ.Χ. αιώνα. Όταν όμως της πόλη των "Φυλακών" κατέλαβαν οι Ρωμαίοι, την ονόμασαν στη δική τους γλώσσα Servia (= Φυλακτήρια, Παρατηρητήρια) από το λατινικό ρήμα (Servo = Φυλάττω, Παρατηρώ). Ο Ρωμαίος συγγραφέας Πλίνιος (23-79 μ.Χ.) μνημονεύει τους κατοίκους των Φυλακών αποκαλώντας τους Φυλακήσιους. Το όνομα αυτό υπάρχει και σε επιγραφή που βρέθηκε στη Βέροια, η οποία έχει ως εξής: "Παρμενίων Γλαυκία Φυλακήσιος νικητής εν δολίχω." Και το πρώτο όνομα ("Φυλακαί") και το δεύτερο ("Σέρβια"), επί Μακεδόνων και Ρωμαίων αντίστοιχα είναι στον πληθυντικό και αυτό γιατί συμπεριέχει και τις δυο διόδους , των Σερβίων και των στενών "Πόρτες". Τα Σέρβια βρίσκονται εκεί που συναντιούνται το Τιτάριο όρος με τα Καμβούνια. (Από "ΤΑ ΦΑΡΑΓΓΙΑ ΤΩΝ ΣΕΡΒΙΩΝ")

Σημαντικά γεγονότα στη διάρκεια των αιώνων


Παράδοση-Λαογραφία

Υπάρχει πλούσια - παρθένα δημοτική και λαϊκή παράδοση με ποικιλία εθίμων τραγουδιών και χορών.


Διασκεδάσεις-ασχολίες

Κατά την εποχή της Τουρκοκρατίας, συνήθως διασκέδαζαν οι χριστιανοί Σερβιώτες σε "βεγγέρες" οι οποίες γίνονταν στις νυχτερινές ώρες. Συγκεντρώνονταν ορισμένες οικογένειες σε ένα σπίτι και διασκέδαζαν ανταλλάσσοντας γνώμες και ιδέες και τραγουδούσαν τα τραγούδια του καιρού εκείνου. Κατά τα γλέντια, το κρασί το έπιναν όλοι με τη σειρά, ο ένας μετά τον άλλον από την "τσιτούρα". Με τον ίδιο τρόπο έπιναν και το ρακί από την "Τσίτσα". Απασχόληση των νέων κυρίως γυναικών, ήταν τότε τα "νυχτέρια", στα οποία τα κορίτσια κεντούσαν τις προίκες τους , έπλεκαν νταντέλες, κάλτσες μάλλινες, φανέλες κ.λ.π.. , βάζοντας και τις "οργιές" δηλ. στοιχήματα, ποια θα παραβγεί την άλλη. Τα "σκφούνια" δηλ. μάλλινες κάλτσες με τα γράμματα και τα παρδαλά λουλούδια τα οποία πουλούσαν στο "Νιάημερο", τα έπλεκαν κυρίως ηλικιωμένες γυναίκες δηλ. από τις "θείτσες" και τις "μαμάδες".

Κατά το αλώνισμα των σιτηρών, το σπάσιμο του καπνού και του καλαμποκιού και τον τρύγο, όλοι οι κάτοικοι έβγαιναν έξω στα χωράφια για να εργαστούν, να γλεντήσουν και να χαρούν. Τα τραγούδια αντηχούσαν στα "πλάια" ,στην "Κοκκινόη", στα "Πλατάνια", στο "λουτρό" και στους "αυλαγάδες". Στο σπίτι έμενε μόνο η μητέρα (η μάνα) ή η Μαμάνα (η γιαγιά) να ετοιμάσει το φαγητό και να δεχτεί τα καλά από τα χωράφια και τ' αμπέλια . Οι κούκλες των καλαμποκιών καθαρίζονταν από τα φύλλα, εκτός από μερικά, τα οποία τα έκαναν θηλιές και ραματιές, για να τις κρεμάσουν στα δοκάρια και να ξεραθούν. Το ξεσπίρισμά τους έδινε σε μικρούς και μεγάλους ιδιαίτερη χαρά, τις βραδιές του φθινοπώρου, όταν όλη η οικογένεια ξεσπίριζε τα καλαμπόκια με τη βοήθεια των συγγενών και των γειτόνων. Το ξεσπίρισμα γινόταν χτυπώντας τις σειρές της στεγνής κούκλας με την ανάποδη του μαχαιριού ή του στατιριού για να μείνει σκέτο το "κουκότσι". Τα στεγνά κουκότσια και τα κλίματα ήταν ένα θαυμάσιο προσάναμμα της φωτιάς κατά το χειμώνα.

Αρραβώνας και γάμος

Οι διατυπώσεις οι σχετικές με τον αρραβώνα και τον γάμο ήταν αρκετά πολύπλοκες. Απαιτούνταν μεγάλη μαεστρία για την προξενιά ενός αρραβώνα. Χρειάζονταν άνθρωπος πολύπειρος και επιτήδειος για αυτή τη δουλεία, για να κανονίσει τα καθέκαστα, και πολλές φορές να παρουσιάσει το μαύρο άσπρο για να επιτευχθεί το ποθούμενο. Προχωρώντας στο γάμο, οι διατυπώσεις πλήθαιναν κυρίως την τελευταία εβδομάδα και την ημέρα του γάμου. Το τυπικό των διατυπώσεων αυτών έπρεπε να ακολουθηθεί αυστηρά. Δεν έπρεπε να γίνει καμιά παράλειψη γιατί ο νουνός, η νουνά, τα μπρατίμια και οι συγγενείς, κυρίως του γαμπρού "άπλωναν το ζουνάρι για παρεξήγηση". Προσκλήσεις, καλέσματα, προβαδίσματα, ποιος θα μπει πρώτος, ποιος θα βγει τελευταίος, τι θα πει, τι θα ευχηθεί ο καθένας, τι δώρα θα σταλούν από τη νύφη στην οικογένεια του γαμπρού και στο σόι του ήταν μέσα στις διατάξεις του τυπικού του γάμου. Τα αναπιάσματα των προζυμιών, τα τσουράκια, οι κουλούρες, τα σπασίματα της κουλούρας στο κεφάλι της νύφης και του γαμπρού, τα ντουμπέκια, οι καφέδες, τα ξυρίσματα, τα στολίσματα, τα τραγούδια τα κατάλληλα για κάθε σκηνή της ιεροτελεστίας, τα απλώματα της προίκας, τα σφαχτά, τα κρασιά, τα ρακιά, τα φαγητά, τα γλυκίσματα, τα κανίσκια για τους καλεσμένους, οι γαμήλιες πομπές, η παραλαβή της νύφης, η αγορά από τον γαμπρό των κλειδιών απ' τα σεντούκια με τα προικιά της νύφης, η τελετή των στεφανωμάτων, η βροχή των κουφέτων και του ρυζιού ΄, για το ρίζωμα του νέου ζευγαριού, το σπάσιμο από το γαμπρό του φυλτζανιού με τις ενδεχόμενες παρεξηγήσεις μεταξύ των νεόνυμφων, το πάτημα του ποδιού, τα φλουριά και τα Κωνσταντινάτα κάτω από τη γλώσσα των νεόνυμφων, ο χορός του Ησαϊα, τα στεφανιάτικα του νουνού, η επιστροφή από την εκκλησία, η υποδοχή της νύφης και του γαμπρού από την πεθερά, οι διατυπώσεις μπροστά στην πόρτα του σπιτιού του γαμπρού, με τα ρύζια, τις κουλούρες και τα τσουράκια κάτω στη μασχάλη της νύφης και στο κεφάλι, τα μπουκαλάκια με το κρασί με το οποίο δρόσιζε το χώρο μπροστά από το κατώφλι, τα προσκυνήματα του πεθερού και της πεθεράς και το φίλημα του χεριού και του ποδιού τους από τη νύφη και στη συνέχεια γεύματα και τζιμπίσια, οι χοροί, τα τραγούδια, τα ξεπροβοδίσματα του ζεύγους, των νουνών και στη συνέχεια τα πιστρόφια, τα τρία τραπέζια του νουνού το Σάββατο το βράδυ, την Κυριακή και το μεγαλύτερο της Δευτέρας μαζί με τα μπρατίμια, ήταν οι κυριότερες διατυπώσεις του γάμου.

Γέννηση παιδιού

Όταν γεννιόταν ένα παιδί και μάλιστα το πρώτο ήταν πολύ μεγάλο γεγονός για το σπίτι. Μεταξύ των άλλων δώρων οι συγγενείς έστελναν στη λεχώνα πιλάφια και "λαγκίτες". Την Τρίτη ημέρα κολυμπούσαν το παιδί και οι συγγενείς δώριζαν χρήματα στη μητέρα. Στο νεογέννητο κολλούσαν ένα χρυσό φλουρί "το Κωσταντινάτο" ή φυλαχτό από γαλάζια χάντρα, για να το φυλάγει από κακό μάτι. Η λεχώνα δεν έβγαινε απ' το σπίτι για σαράντα μέρες. Τη τεσσαρακοστή πήγαινε μαζί με το μωρό και την πεθερά και άλλους συγγενείς στην εκκλησία όπου ο παπάς διάβαζε ευχές για τη μητέρα και το νεογέννητο. Είναι το λεγόμενο σαράντισμα.

Βαφτίσια

Κατά τα βαφτίσια, μετά το δόσιμο του ονόματος από τον νουνό, σμήνη παιδιών, έτρεχαν από την εκκλησία στο σπίτι για να φέρουν τα "σχαρίκια" αναγγέλλοντας το όνομα του νεοφώτιστου στη μητέρα του παιδιού και δέχονταν απ' αυτή διάφορα δώρα, νομίσματα, μπιμπίλια και σταφίδες.

Θάνατος

Χρέος ηλικιωμένου ετοιμοθάνατου, ήταν να κεράσει στα μέλη της οικογένειάς του, από ένα νόμισμα και να δώσει απαραίτητα τις τελευταίες του συμβουλές και ευχές στα παιδιά του. Μετά τον θάνατο έπρεπε οι στενοί συγγενείς να πλύνουν και να ντύσουν τον νεκρό με τα ρούχα που είχαν φυλαγμένα για το σκοπό αυτό. Στη συνέχεια οι (οι γριές) έμεναν δίπλα στο νεκρό όλη τη νύχτα τον ξενυχτούσαν τραγουδώντας τα μοιρολόγια. Τρεις μέρες μετά την ταφή, γινόταν τρισάγιο στο μνήμα του θανόντα . Το ίδιο γινόταν στις εννιά και στις σαράντα μέρες.

Έθιμα των Σερβιτών στις γιορτές

Την παραμονή των Χριστουγέννων , πολύ πριν ξημερώσει ακούγονταν στις πόρτες των σπιτιών βροντερά χτυπήματα με τις "τζιουμανίκες" και τα "κάλαντα" και με τις φωνές των παιδιών : "κόλιαντα -κόλιαντα, Χριστός γεννιέται". Ανήγγειλαν τα το χαρμόσυνο γεγονός της γέννησης του Χριστού και δέχονταν δώρα. Θα ήταν γρουσουζιά για την νοικοκυρά να μην ανοίξει την πόρτα και να μη δώσει στα παιδιά τα προετοιμασμένα από την προηγούμενη μέρα, για το σκοπό αυτό, δώρα, όπως κάστανα, μήλα, πορτοκάλια, ξυλοκέρατα, ζαχαρομπέμπιλα, σταφίδες και νομίσματα (μόνο στα συγγενικά παιδιά). Το ίδιο επαναλαμβάνονταν οκτώ μέρες μετά τα "κόλιαντα", κατά λεγόμενα "Σούρβα", όταν τα παιδιά την παραμονή του Νέου έτους χτυπούσαν πάλι τις πόρτες των σπιτιών, για να αναγγείλουν τον ερχομό του νέου έτους με τις κραυγές "Σούρβα, σούρβα κ' Αϊβασίλης κι χαρά μεγάλη . Χρόντς' πολλούς". Κατά τον ίδιο τρόπο οι νοικοκυρές μοίραζαν τα δώρα στα παιδιά. Την ημέρα των φώτων μετά τον αγιασμό των υδάτων, όλοι οι νεόνυμφοι και οι νεοαρραβωνιασμένοι στα Σέρβια, δέχονταν την επίθεση των φίλων τους με βρεξίματα. "Τα βρεξίματα" με το νερό δεν σταματούσαν, αν ο νεόνυμφος δεν έταζε "φιλιά", ένα γλέντι το οποίο και έπρεπε να πραγματοποιήσει σύντομα.

Την ημέρα της Πρωτοχρονιάς, γιορτή του Αγίου Βασιλείου, και την 6η Ιανουαρίου ημέρα των Φώτων, όλοι σχεδόν οι νέοι των Σερβίων, ντύνονταν με στολές ευζωνικές ή αντάρτικες (δηλ.με φουστανέλα ή μανδύα, κάλτσες, καλτσοδέτες, τσαρούχια, φέσι με μεγάλη φούντα και ασημικά) και συγκεντρώνονταν κατά ομάδες και γυρνούσαν από το πρωί ως το βράδυ στα σπίτια των Ελλήνων κατοίκων της πόλης και συγκέντρωναν μέσα σε μεγάλους κυλινδρικούς τενεκεδένιους κουμπαράδες χρήματα τα οποία διατίθενταν για φιλανθρωπικούς σκοπούς, όπως για τις ανάγκες της Ελληνικής χριστιανικής κοινότητας, του Ελληνικού σχολείου κ.λ.π.

Η γιορτή των Τριών Ιεραρχών ήταν για τα Σέρβια μια χριστιανική και εθνική αναβάπτιση, και γινόταν με μεγάλη κατάνυξη και με τη συμμετοχή όλων των κατοίκων. Γινόταν μετά την απόλυση της εκκλησίας μεγάλη σχολική γιορτή, με ποιήματα, απαγγελίες εθνικού και χριστιανικού περιεχομένου, τραγούδια και εκφωνήσεις πανηγυρικών. Μοιραζόταν κατά την τελετή στους μαθητές οι έλεγχοι επιδόσεώς τους στα μαθήματα, για το πρώτο εξάμηνο από τους δασκάλους και τους ιερείς και τους ανθρώπους της Σχολικής Επιτροπής, μαζί με ένα πιατάκι κουφέτα σε κάθε μαθητή.

Το ψέμα της Πρωταπριλιάς ήταν και στα Σέρβια, όπως και σ' όλη την Ελλάδα, καθιερωμένο.

Κατά την Κυριακή της Μεγάλης Αποκριάς, πήγαιναν όλοι οι Σερβιώτες στην εκκλησία για να εκκλησιαστούν. Το απόγευμα της ίδιας μέρας γινόταν εσπερινός κατά τον οποίο γινόταν η συγχώρηση των ιερέων και στη συνέχεια όλοι οι νέοι και ιδιαίτερα οι νεοπαντρεμένοι και οι νεοαρραβωνιασμένοι πήγαιναν στα σπίτια των πρεσβυτέρων συγγενών τους και φιλούσαν το χέρι τους και ζητούσαν συγχώρεση. Εκείνοι δε (παππούδες, μαμάνες, μπαρμπάδες και θείτσες) λέγοντας το "σχωρεμένα" κερνούσαν τους νέους νομίσματα τα οποία είχαν ετοιμάσει εγκαίρως για το σκοπό αυτό. Μετά το τραπέζι της ίδιας βραδιάς κατά το οποίο όλοι οι νεώτεροι μιας οικογένειας συγκεντρώνονταν στο σπίτι του πρεσβυτέρου αρχηγού της οικογένειας με τα φαγητά, τα γλυκίσματα και τα ποτά τους, γινόταν το λεγόμενο "χάσκα". Ο αρχηγός της οικογένειας έδενε σ' ένα σπάγκο ένα κομμάτι σκληρό χαλβά ή ένα αβγό βρασμένο σφιχτό και το άλλο άκρο του σπάγκου το έδενε στην άκρη του Πλάστη και κουνούσε το κομμάτι του χαλβά με τη σειρά στο στόμα κάθε μέλους της οικογένειας. Αυτός που είχε σειρά άνοιγε το στόμα του και προσπαθούσε να αρπάξει, το για μια στιγμή κατευθυνόμενο προς στο στόμα του , το κομμάτι του χαλβά ή το αβγό το οποίο απέσυρε ο αρχηγός και έτσι έμεινε με το στόμα ανοιχτό αυτός που προσπαθούσε να τ' αρπάξει. Αυτό επαναλαμβανόταν πολλές φορές και κάθε αποτυχία του συνοδευόταν από τα ειρωνικά γέλια και αστεία των άλλων. Το βράδυ της ίδιας ημέρας όλοι οι νέοι έβγαιναν έξω και γύριζαν στους "φανούς" όλης της πόλης, ενώ οι γεροντότεροι στο φανό της δικής τους γειτονιάς για να ψυχαγωγηθούν κι αυτοί. Σ' αυτό το γλέντι στήνονταν χοροί γύρω από τις αναμμένες φωτιές. Χαρακτηριστικό γνώρισμα όλων αυτών των τραγουδιών ήταν το "μπρε-μπρε" που λεγόταν ανάμεσα σε κάθε στίχο στα αυτοσχέδια "ξανέντροπα" τραγούδια που σκάρωνε ο πρώτος του χορού και επαναλάμβαναν όλοι οι άλλοι. Πάνω από το "φανό" πηδούσαν οι πιο θαρραλέοι τρεις φορές φωνάζοντας "ψύλλ' ψύλλ'" για να καούν οι ψύλλοι που είχαν πάνω τους. Οι φωτιές τροφοδοτούνταν συχνά με κέδρα και πουρνάρια, τα οποία μετέφεραν οι νέοι και τα αποθήκευσαν πριν από πολλές μέρες ή και μήνες από τα γύρω υψώματα και βουνά.

Την καθαρά Δευτέρα, οι Σερβιώτες πήγαιναν στην εκκλησία τρεις φορές την ημέρα, κυρίως οι γεροντότεροι. Οι νέες και οι νοικοκυρές συγκέντρωναν στην αυλή , όλα τα μαγειρικά σκεύη, τα οποία έπλεναν, έβραζαν με σταχτόνερο (κασταλαή), για να μη μείνει ίχνος λίπους επάνω σ' αυτά και μολυνθούν κατά την περίοδο της νηστείας της μεγάλης Σαρακοστής. Παράλληλα για τον ίδιο λόγο καθάριζαν τις πετσέτες, τα τραπεζικά και ολόκληρη την κουζίνα. Στη συνέχεια καθάριζαν το στάρι, έβγαζαν τη φλούδα του και το έβραζαν για να το έχουν έτοιμο την Τετάρτη, που θα το έτρωγαν όλοι όσοι νήστευαν μετά την απόλυση της εκκλησίας (της λειτουργίας των προηγιασμένων), καθώς και τα "κοσιάφια" (δηλ. κομπόστες από ξηρά δαμάσκηνα, τζιρνίκια, σταφίδες), μουστόπιτες και ταχινόπητες με χόρτα, αφού το βράδυ της αποκριάς, ολόκληρη Δευτέρα και Τρίτη μέρα σχεδόν το μεσημέρι της Τετάρτης, δεν έβαζαν τίποτε στο στόμα τους κρατώντας το λεγόμενο "τρίμερο". Τα χόρτα με τα οποία γίνονταν οι πίτες, τα μάζευαν οι κοπέλες την Τρίτη που έβγαιναν για το σκοπό αυτό στην εξοχή. Μεταξύ των άλλων φαγητών της μεγάλης Τεσσαρακοστής ήταν τα πετμέζια, οι σταφυλαρμές, τα ρετσέλια, τα κοσιάρια, οι τσουκνιδόπιτες και τα "ανάρτα γιαπράκια" .

Την γιορτή των "Αγίων Θεοδώρων" όλοι οι Σερβιώτες ανέβαιναν στο ξωκκλήσι των Αγίων που είναι σκαρφαλωμένο στην πλαγιά του βουνού, λίγο πιο πέρα από τις "βρύσες". Μετά το τέλος της θείας λειτουργίας έξω από το εκκλησάκι πουλούσαν νηστίσιμους χαλβάδες "ταχίν' χαλβά" κι ένα άλλο είδος πολύ σκληρό με στραγάλια. Επίσης γινόταν αγοραπωλησία γουρουνιών. Αγόραζαν γουρουνάκια και τα έτρεφαν στο σπίτι τους για να τα σφάξουν τα Χριστούγεννα.

Την Μ. Τετάρτη ζύμωναν και έψηναν τα τσουρέκια. Την Μ. Πέμπτη έβαφαν τα αυγά κόκκινα, πρωί - πρωί και μετά το πρώτο κόκκινο αυγό σταύρωνε η μητέρα όλα τα παιδιά της στο μέτωπο . Επίσης σταύρωναν όλα τα ζώα του νοικοκυριού με την κόκκινη μπογιά των αυγών.

Το Πάσχα μετά το "Χριστός Ανέστη" μαζί με τα άλλα φαγητά, αρνί ψητό στο φούρνο ή στη σούβλα, αυγά, γάλα, γιαούρτι, ρυζόγαλο, τσουρέκια, κ.λ.π. απαραίτητα ήταν και τα "μπατζιαβούσια" δηλ. εντόσθια αρνιού, μαγειρεμένα με φρέσκα κρεμμυδάκια και σπανάκια και με σάλτσα. Τα "αμπαζιαβούσια" του Πάσχα, και τα "γιαπράκια" των Χριστουγέννων με το χοιρινό κρέας, ρύζι, μπαχαρικά τυλιγμένα σε φύλλα αρμιάς (λάχανο που είχαν βάλει οι νοικοκυρές σε άρμη) ήταν φαγητά που η κάθε οικογένεια έπρεπε να μαγειρέψει εκτός των άλλων εδεσμάτων και γλυκισμάτων.

Την ημέρα του Αγίου Γεωργίου όλοι οι νέοι και οι νέες των Σερβίων ζυγίζονταν. Επίσης την ημέρα αυτή οι κτηνοτρόφοι κούρευαν τα γιδοπρόβατά τους και το γιόρταζαν ψήνοντας "σουγκάρια". Την πρώτη Δευτέρα μετά τη γιορτή τ' Αη - Γιωργιού, η πλατεία γέμιζε , απ' όλους εκείνους, που ήθελαν να δουλέψουν σαν "τσοπάνηδες" στο "βιος" των κτηνοτρόφων. Στην πλατεία έκλειναν την συμφωνία. Προσλαμβάνονταν μόνο για ένα εξάμηνο. Η αμοιβή τους ήταν ένα ζευγάρι "γουρνοτσάρουχα", ένα ταλαγάνι (κάπα) και λίγα "εκατοστάρικα".

Την Πρωτομαγιά οι νέοι και οι νέες από πολύ νωρίς έβγαιναν στην εξοχή για να "πιάσουν το Μάη. Απαραίτητα έπρεπε να περάσουν "από του Μάη την πέτρα" που βρισκόταν στο "Πλάι" κοντά στο ξωκλήσι του Αγίου Πνεύματος.

Την ημέρα της μεταμόρφωσης του Σωτήρα στις 6 Αυγούστου συνηθίζονταν στα Σέρβια να πηγαίνουν τα πρώτα σταφύλια στην εκκλησία για να ευλογηθεί η παραγωγή.

Προλήψεις-δεισιδαιμονίες

Μερικές από τις προλήψεις και τις δεισιδαιμονίες που υπήρχαν στα Σέρβια αναφέρονται παρακάτω: Οι άνθρωποι των Σερβίων φορούσαν χαϊμαλιά που τους προστάτευαν από πολλά κακά.

Τα παιξίματα των ματιών, τα βουίσματα των αυτιών, οι φαγούρες στις παλάμες εξετάζονταν είτε για καλό, είτε για κακό, είτε για χρήματα.

Το ανοιγμένο ψαλίδι εξετάζεται ότι σε κατασέρνουν και το τρίξιμο της φωτιάς επίσης. Γι' αυτό οι γυναίκες στα Σέρβια σπεύδουν να κλείσουν ένα ανοιγμένο ψαλίδι ή να ανακατέψουν τη φωτιά για να διακόψουν το σφύριγμα του ξύλου και να πάψει η κακογλωσσιά σε βάρος των νοικοκυραίων του σπιτιού.

Το φώναγμα της κουκουβάγιας, τα ουρλιαχτά του σκύλου και το σκάψιμο της γης με τα νύχια του, προμηνούσαν μεγάλο κακό για τους ακούοντας και βλέποντας.

Επίσης το κόψιμο του δρόμου από φίδι ή λαγό θεωρούνταν κακός οιωνός.

Η αλογόμυγα έπρεπε και πρέπει ακόμα να φέρει ευπρόσδεκτο ξένο στο σπίτι.

Η πασχαλίτσα θα φέρει κάτι καλό και η αθώα αγριομέλισσα με το βουητό της, θα φέρει τη θερμασιά (αρρώστια).

Τα βασκάματα και τα ξεβασκάματα, οι ξηρασίες με τις λιτανείες γινόταν στα Σέρβια, τα οποία παραδεχόταν και η θρησκεία .

Αν είχες ελιά στην πλάτη πίσω έχεις τα βάσανα.

Το σφύριγμα τη νύχτα απαγορεύονταν στα παιδιά, για να μη "μαζευτούν οι διαβόλοι από τη χούνη".

Δύοντας ο ήλιος απαγορεύονταν να φας γιατί έλεγαν θα πεθάνει η μάνα σου.

Οι παλάμες των χεριών δεν έπρεπε να ακουμπούν συγχρόνως τα μάγουλα με το σαγόνι γιατί θα έφερνε κάτι κακό.

Παροιμίες

Οι παροιμίες που λέγονταν στα Σέρβια είναι παροιμίες που λέγονται σχεδόν σ' όλη την Ελλάδα.


Άλλαν' τα μάτια τσ' πέρδικας, κι αλλάν' της Κουκουϊάβας. Άλλους σκάβει κι κλαδεύει, κι άλλους πίνει κ μυθάει. Το βαβάλι κι αν ψουφήσει του πιτσιτ' αξίζει. Του καλό του μήλου του τρώει του γρούνι. Δομ' κυρά τουν άντρασου και συ κράτα τουν κόπανου. Όταν έπριπε δεν έβριχει κι τώρα χαλαζώνει. Γαμπρέμ' γιατί είσι μύξαβους; Είναι απ' του χειμώνα. Σι ξέρου κι απ' του καλουκαίρι. Πάρι γυναίκα απού νταμάρι κι σκύλα απού κουπάδι. Έμαθα γυμνός κι ντρέπουμι ντυμένους. Θέλει κι η φακή μαγέρειμα. Τι σι λείπει κασιδιάρη, σκούφα που μαργαριτάρι. Προσκυνμένου κιφάλι δεν κόβιτι. Έρμου μαντρί γιμάτου λύκοι. Έχει ου κόσμους πρόβατα έχουμι κι ημείς κουδούνια. Πήριν ου στραβός κατήφουρου. Η ζουρλός δεν έχει κέρατα. Τ' αψύ του ξύδι τ' ανγκιότ' χαλνάτι. Του γκαβό δόστουν κουμάτια, μην τουν δείχνσ' στράτις. Μι πουρδές αυγά δε βάφουντι. Ούτι σκόρδου έφαγι. Ούτι σκουρδές μυρίζει. Ας μι λεν' κυρά Μπηίνα κι ας πιθαίνω από την πείνα. Κάθι τόπους κι ξακόνι κάθι μαχαλάς κι τάξι. Του λύκου τουν βλέπουμι τουν ντουρό αραδούμι; Είνι ψειρά ψόρια. Γαϊδουρνό πρόσουπου χαριτουμένη ζουή. Του γρούνι μανάρι γε γίνιτι.

Ενδυμασία

Οι γυναικείες ελληνικές φορεσιές των Σερβίων του καιρού εκείνου (19ος αιώνας) ήταν: Το πουκάμισο φτιαγμένο από υφαντό μεταξωτό, είχε όρθιο γιακά κεντημένο με "μπιντέμνια" δηλ. άσπρη δαντέλα κεντημένη με βελόνι και με μεταξωτή κλωστή, από μετάξι που κατεργάζονταν οι ίδιες οι νοικοκυρές στα σπίτια τους, στα οποία εκτρέφονταν κουκούλια (μεταξοσκώληκες). Η κάτω φούστα ήταν μάλλινη και πάνω από αυτήν φορούσαν το "μαλακόφι" δηλαδή φούστα χασιδένια, η οποία κάτω στον φαρμπαλά είχε ένα μετάλλινο ευρύ στεφάνι, καλυμμένο βέβαια με ύφασμα για να δίνει την φουσκωτή εμφάνιση στο φουστάνι σαν το κρινολίνο. Ούτε η μάλλινη φούστα, ούτε η χασιδένια έκλειναν μπροστά στο στήθος αλλά ήταν ανοιχτές για να φαίνεται το πουκάμισο το στολισμένο με μπιντέμνια. Επάνω σ' αυτή φορούσαν το "γελέκο" από στόφα ή τσόχα ανάλογα με την εποχή, το οποίο ήταν κεντημένο με χρυσό σιρίτι μόνο στο μπροστινό μέρος. Πάνω απ' αυτά φοριόταν το φουστάνι, ανοιχτό και αυτό στο στήθος για να φαίνεται το γιλέκο και το πουκάμισο. Το φουστάνι έπαιρνε το σχήμα του "μαλακοφιού" στο κάτω μέρος και γινόταν φουντωτό. Το φουστάνι ήταν φτιαγμένο από στόφα ή βελούδο. Επάνω απ' αυτά οι νεώτερες στην ηλικία γυναίκες φορούσαν τις "μπόλκες" δηλ. ζακέτες από σατέν ή βελούδο ή τσόχα ανάλογα με την εποχή και την οικονομική κατάσταση της κάθε μιας. Οι μπόλκες γύρω στο λαιμό και στα δυο μπροστινά φύλλα είχαν γούνα και δίπλα από τη γούνα και γύρω στο λαιμό και μπροστά ως κάτω και γύρω γύρω ήταν στολισμένες με "χάρτζια" δηλ. κεντήματα τα οποία γίνονταν με πεταλούδες και χάντρα διαφόρων μεγεθών. Οι ηλικιωμένες αντί για "πόλκες" φορούσαν τα "κιούρκια" ή "τζουμπέδες" τα οποία γίνονταν από τσόχα χρώματος μαύρου και έφταναν λίγο κάτω από τα γόνατα. Από μέσα τα κιούρκα ήταν ντυμένα με γούνα κατώτερης ποιότητας, γύρω γύρω όμως στο λαιμό και τα μπροστινά φύλλα είχαν γούνα άριστης ποιότητας. Τα καλοκαίρια δεν φορούσαν τις μπόλκες και τα κιούρκια, αλλά τα κοντογούνια τα λεγόμενα "λιμπαντέδες". Αυτά ήταν κοντά ως τη μέση, ήταν φτιαγμένα από τσόχα και σατέν με λίγη στενή γούνα γύρω στο λαιμό και μπροστά με "χάρτζια" ή χωρίς αυτά, ανάλογα με τις περιστάσεις. Στο κεφάλι, οι πολύ γριές και οι χήρες φορούσαν φέσια . Γύρω γύρω στα φέσια έδεναν μαύρα μαντίλια, που τα έλεγαν "νταρντμάδες". Οι "Βλάχσες", δηλ. αυτές που κατάγονταν από το Λιβάδι, επάνω στο φέσι και γύρω-γύρω απ' αυτό φορούσαν μαύρη φούντα την οποία κτένιζαν κατάλληλα έτσι ώστε να μην φαίνεται το φέσι. Οι γυναικείες κάλτσες, ήταν άσπρες μάλλινες χειροποίητες, τα λεγόμενα "σκφούνια" με λουλούδια χρωματιστά. Οι μύτες τους γίνονταν κόκκινες με λίγα λουλούδια. Λίγο αργότερα οι γυναίκες φορούσαν "τα κρέπια". Το "κρέπι" ήταν μαντήλι μεταξωτό σκούρου χρώματος μαύρο ή μπλε ή καφέ με δαντέλα μαύρη γύρω-γύρω που δένονταν σαν καπέλο. Οι "Βαροσλήδες" δηλ. οι γηγενείς Σερβιώτες φορούσαν "αντιριά" από ύφασμα μεταξωτό ή αλατζά ή σατέν χρώματος σκούρου τα οποία δίπλωναν με το ένα φύλλο πάνω στο άλλο. Στη μέση φορούσαν ζωνάρια μάλλινα ή μεταξωτά ή και λουριά. Στο λαιμό μπροστά φαινόταν το άσπρο πουκάμισο με πιέτες. Στο κεφάλι φορούσαν φέσια. Κάλτσες (σκφούνια) φορούσαν μάλλινες άσπρες ως τα γόνατα. Υποδήματα φορούσαν καλά ή και απλά "ντρουμπατζίκια". Υπήρχε και επίσημη στολή των πιο εύπορων ντόπιων, το "σιαλβάρι" φαρδύ παντελόνι σαν βράκα, που στις κνήμες στένευε και "πατούρια". Το σιαλβάρι ήταν κεντημένο με χρυσό σιρίτι στις τσέπες και στα πλάγια από το γόνατο ως πάνω. Στο στήθος φορούσαν το "τζιαμαντάνι" φτιαγμένο από το ίδιο ύφασμα με το σιαλβάρι κεντημένο με χρυσό σιρίτι γύρω-γύρω και με μανίκια , κάλτσες ίδιες και φέσι. Τα ίδια φορούσαν και οι "βλάχοι" δηλ. οι Σερβιώτες που κατάγονταν από το Λιβάδι. Οι "Ζευγαλατιανοί" δηλ. οι ντόπιοι Σερβιώτες γεωργοί φορούσαν τα πατούρια μαύρα στο χρώμα και πουκάμισα μακριά ως τα γόνατα. Από πάνω φορούσαν το "σιγκούνι" με μανίκια ζωσμένο στη μέση με ζωνάρι. Στα πατούρια έδεναν τις "γκέτες" με φούντες. Για υποδήματα είχαν παπούτσια ή τσαρούχια ή γουρνοτσάρουχα. Όλοι το χειμώνα πάνω από τις φορεσιές τους φορούσαν τα παλτά.

Τραγούδια

Τα τραγούδια τα οποία τραγουδιόνταν στα Σέρβια διακρίνονταν σε τραγούδια πατριωτικά, τραγούδια του γάμου , του χορού, του γλεντιού, τραγούδια λυπητερά και μοιρολόγια.

Του Ζήνδρου "Ο Ζήντρος κάνει τη χαρά, χαρά στουν ανεψιό του κι ακάλιασι την κλεφτουριά κι όλα τα παλικάρια. Του Λάπα δεν ακάλιασι, του πρώτου παλικάρι κι ου Λάπας πάϊσι ακάλιαστους, μι λάφι στολισμένου κι απ' του φλουρί Δε φαίνουνταν κι απ' του μαργαριτάρι κι ανάμεσα στα κέρατα σταυρό μαλαματένιο. -Γειά σου χαρά σου Ζήντρο μου -Καλώς του Λάπα πούρθι".

Του καπετάν Λούκα "Ένα πουλάκι λάλησε στου Λέχουβου τη ράχη Δεν κελαηδούσε σαν πουλί, κι ούτε σα χελιδόνι Μουν κελαηδούσε κι έλεγε μουν κελαηδεί και λέγει: -Καλά ήσαν Λούκα μ' στα βουνά και στα Καστανοχώρια, τι χάλευες, τι γύρευες στου Λέχουβου τη ράχη; Πάεινα για το Μυρίχοβο και για την Καρατζιόβα Γιατί μας κατηγόρησαν Ζιάκας κι Παπαδήμας Δεν καν' ου Λούκας γι' αρχηγός κι ούτε για καπετάνιος".

Το τραγούδι του Ζιαζιά και του Γιανκούλα "Βγαίνει ου ήλιους κόκκινους κι του φιγγάρι μαύρου κι ου λαμπιρός αυγιρινός πουλύ βαλαντουμένους. - Τ' έχεις καϋμέν' αυγερινέ κι στέκεις μαραμένους: - Τι να σας πω μωρέ πηδγιά, τι να σας μουλουγήσου; Σκουτώσανε την κλεφτουριά, ρημάξαν τα λημέρια Βάρσαν του μαύρου του Ζιαζιά, του Φώτη τουν Γιανκούλα. - Παν οι λεβέντες απ' τα βουνά, πάνε τα παλικαριά!".

Όταν το Σάββατο καλούν τον Νουνό για το γάμο " Σήμερα λάμπει ο ουρανός, σήμερα, λάμπ' ημέρα σήμερα στεφανώνιτι αητός μι μ' πιριστέρα. Ακάλιασαν τουν Έξαρχου Νούνου να στεφανώση. Κάνει στεφάνια από φλουρί λαμπάδες ασημένιες Κι του στεφανουσκέπασμα αγνής μαργαριτάρι".

Όταν στόλιζαν τη νύφη "Τι στέκισι χρυσό μ' διντρί, κι αν δεν κινάς κι αν δεν πανής; Ιγώ πουνώ τη μάνα μου, πουνώ κι τουν πατέρα μ' κι δεν κινώ κι δεν πανώ. Ιγώ πουνώ τ' αδέλφια μου, πουνώ κι τσ' αδελφές μου Κι δεν κινώ κι δεν πανώ. Πουνώ κι τ' αξαδέλφια μου κι όλους τους συγγενείς μου Κι δεν κινώ και δεν πανώ".

Την Κυριακή όταν ντύνουν τη νύφη "Σήμερα μαύρος ουρανός, σήμερα μαύρη μέρα σήμερα αποχωρίζεται μάνα και θυγατέρα Σήμερα γάμος γίνεται σήμερα πανηγύρι Σήμερα αποχωρίζεται η κόρη από τον κύρη. Νύφη μου το φουστάνι σου αγγέλοι σου το ράψαν Και κάτω στον ποδόγυρο το όνομά σου γράψαν. Δυο άσπρα γαρύφαλλα σε ασημένιο τάσι τ' αντρόγυνο που γίνεται να ζη και να γεράση. Νύφη μου εκεί που πας με τα πεθερικά σου Σαν κυπαρίσσι να σταθής, σα βέργα να λυγίσης".

Η κατάρα της μάνας "όλες οι μάνες τα παιδιά τ' αφκιούντι να προκόψουν κι μια μάνα σκυλομάνα, του γυιό της καταργιέτι. -Πιδί μ' σαν πας στην ξενητειά, πίσου να μη γυρίσης. -Σ' ευχαριστώ μανούλα μου του λόγου που με είπες. Μάνα μ' σαν πας στην εκκλησιά να κάμης το σταυρό σου να ιδής τους νηούς, να ιδής τις νηές, να ιδής τα παλικάρια να ιδής και του στασίδι μου που στέκει μαραμένου στου σταυρουδρόμ' να καρτερής διαβάτες κι αν περάσουν: -Μην είδιτι το Γιώργο μου το μοναχό μ' παιδί μου; -Ιψές προυψές τουν είδαμε στης Πόλης τα λημέρια μαύρα πουλιά τουν έτρουγαν, άσπρα τουν τριγυρνούσαν. -Δεν τρως πουλί μ' χρυσό μ' πουλί από την κεφαλή μου Να πας χαμπέρ' στη μάνα μου στη σκύλα αδελφή μου Να πης πως επαντρεύτηκα. Πήρα την πέτρα πιθιρά τη μαύρη γης γυναίκα".

Σαββάτου μέρα κίνησαν "Σαββάτου μέρα κίνησαν όλις οι παντριμμένες να παν στουν Παντιλέημουνα, ψηλά στην Παναγιά. Σαν πήραν τουν ανήφουρου σαν έρμις περδικούλις Περδίκ' απ' άλλου μαχαλά, περδίκα απ' άλλη χώρα Περδίκα πάει να πιή νερό κι πιάσθηκι στα βράχια, Κι ο κυνηγός από κουντά ρίχνει να τη σκουτώση. Μη μι σκουτώνεις κυνηγέ να σπω ένα τραγούδι Να σπω του Μάη με τη δρουσιά, του Μάη μι τα λουλούδια. Τώρα μαϊά τώρα δροσιά, τώρα του καλουκαίρι Τώρα κι ου ξένους βούλιτι να πάη στα δικά του".

Διαμαντούλα "Κάτω στα δασιά πλατάνια, στην κρυόβρυση κάθονται δυο παλικάρια και μια λυγερή, Κάθονταν και τρων και πίνουν και την ξέταζαν. -Διαμαντούλα μ' τ' είσαι τέτοια, τέτοια μελανή; Μην ο ίσκιος σε πατάει, μήνα φάντασμα; -Ούτε ίσκιος με πατάει ούτε φάντασμα με πατάει ένας λεβέντης τα μεσάνυχτα".

Μοιρολόγια


"Μάνα κι γυιός εκάθουνταν σ'ένα προυσκεφαλάκι "Μάνα κρατούσι του κηρί κι γυιός της ξιψυχούσι. - Εσύ πιθαίνεις γυιόκα μου κι ιμένα που μ' αφήνει ιμένα κι τη νύφη σου; - Μάνα μ' δεν κλαις τα νειάτα μου δεν κλαις τη λεβεντιά μου Μουν κλαις μάνα μ' τη νύφη μου του που θα την αφήσου; Άλλον υγυιόν ' χεις να στείλεις να την πάρη. Κι ου Γιάννης αφουγκράστηκε απού του παραθύρι, παίρνει του Κώστα τ' άλουγου πάει για να την πάρη. Κι' η νύφη του εκάθουνταν απάν' στου παραθύρι. Βλέπει στου Κώστα τα' άλουγου ήταν ου Γιάν'ς καβάλα -Καλημερά σου νύφη μου - Καλώς του Γιάννη απ' ούρθι. -Γιάννη μου πούνει ου Κώστας μου; -Ου Κώστας μας απέθανι κι ήρθα να σι πάρου. -Όταν θα στείψη η θάλασσα κι βγάλει κυπαρίσια τότι κι ιγώ θα παντριφτώ να πάρου ισένα άντρα".

¨¨¨"Αφίνου γεια σι όλες σας, στουν τάφου κατιβαίνου κι στη δεξιά μου τη μεριά να φίκτι παραθύρι για ν' άρχουντι η μανούλα μου να μη καλημερνάει. -Καλή μεράσ' μώρ' κόρη μου -Καλώς του του κουρίτσι μ'. -Τι καλή μέρα έχου γω ν' ιδώ στη μαύρ' απούμι; Την καλημέρα έχτ' ισείς, που είστ' απάν' στουν τόπου Που καρτιράτι μ' Πασκαλιά, τις πίσημις τις μέρις Νι γω η μαύρη μ' τι καρτιρώ";


Τα στοιχεία είναι από εκδόσεις του Μορφωτικού Ομίλου Σερβίων "ΤΑ ΚΑΣΤΡΑ" του Κοσμά Κλ. Σαββιλωτίδη


Βυζαντινή πόλη-Κάστρο

Η Βυζαντινή πόλη των Σερβίων είχε την Ακρόπολη, την Άνω Πόλη και την Κάτω Πόλη. Υπήρχαν δηλαδή τρία τείχη άμυνας για τους επιδρομείς, τα οποία προφύλασσαν ταυτόχρονα το στρατιωτικό διοικητή που ζούσε στην Ακρόπολη, τόσο από τους εξωτερικούς, όσο και από τους εσωτερικούς εχθρούς. Στην κάτω πόλη ζούσαν οι αγρότες και οι εργάτες, στην άνω πόλη διέμενε η μεσαία τάξη και στην Ακρόπολη ο Στρατιωτικός διοικητής, όπως αναφέρει ο Καντακουζηνός: «Το δε τρίτον, άκρα ον, το άρχοντι ανείται».

Το Κάστρο των Σερβίων κτίστηκε μεταξύ (560-650 μ.Χ.), δηλαδή στα χρόνια του Ιουστινιανού ή του Ηρακλείου.

Η Ακρόπολη κάλυπτε 2,5 στρέμματα και σήμερα σώζονται -με μεγάλες φθορές- οι Πύργοι, που ξεπερνούσαν τα 20 μέτρα ύψος, μεγάλα τμήματα από τα τείχη και ίχνη κτισμάτων.


Η Άνω Πόλη κάλυπτε 20 στρέμματα. Σώζονται οι βάσεις πολλών κατοικιών και τα τείχη που την περιέβαλλαν, που είχαν σχήμα πολυγωνικό, με πύργους στρογγυλούς και ορθογώνιους που ακολουθούσαν την κλίση του λόφου.


Η Κάτω Πόλη κάλυπτε 75 στρέμματα. Σώζονται τείχη, τμήμα της κεντρικής υψηλής πύλης του Κάστρου, τμήματα Υδραγωγείων, πολλά ερείπια και ίχνη σπιτιών και εκκλησιών. Τρείς μάλιστα εκκλησίες σώζονται σε αρκετά καλή κατάσταση με πολλές σπάνιες και θαυμάσιες τοιχογραφίες. Είναι η μεγάλη Βυζαντινή Βασιλική Εκκλησία (11ου αιώνα) που πιθανολογείται από τους ειδικούς ότι είναι του Αγίου Δημητρίου, η εκκλησία του Προδρόμου Ιωάννη και το μοναστήρι των Αγίων Θεοδώρων, σκαρφαλωμένο σαν περιστεροφωλιά σε ένα άγριο και απόκρημνο βράχο, με φανταστική θέα.

Βυζαντινές εκκλησίες


Βυζαντινή Βασιλική Εκκλησία

Είναι η μεγαλύτερη εκκλησία του Βυζαντινού λόφου (21,50Χ11,70μ.) και είναι πιθανότατα αφιερωμένη στον Αγ. Δημήτριο. Σώζονται αρκετές τοιχογραφίες με πιο καθαρή από όλες του Αγ. Φλώρου. Το Ιερό της εκκλησίας έχει καταρρεύσει ολόκληρο και οι βανδαλισμοί στο μεγαλόπρεπο αυτό Βυζαντινό Μνημείο έχουν κάνει ανεπανόρθωτη ζημιά. Μερικές από τις τοιχογραφίες της όπως έχουν αναφέρει ο Ανδρέας Ξυγγόπουλος είναι

Τοιχογραφία του Νιπτήρος Τοιχογραφία της Προδοσίας του Ιούδα Τοιχογραφία στρατιωτικού αγίου Τοιχογραφία του Αγ. Νικολάου Τοιχογραφία του Αγ. Δημητρίου Τοιχογραφία του Κοσμά & Δαμιανού

Εκατέρωθεν της Αγίας Θεοδότης

Η δε χρονολογία της Βασιλικής και των τοιχογραφιών πιθανότατα είναι από τον 11ο αιώνα. Βρίσκεται δε στη Βορειοδυτική γωνία της Κάτω πόλης και είναι ορθογώνιο επιμηκές κτίσμα που διαιρείται σε τρία κλίτη.

Ναός των Αγ. Θεοδώρων

Βρίσκεται βόρεια της Βασιλικής αλλά σε χαμηλότερο επίπεδο, πρόκειται για μοναστηριακό κτίσμα. Μικρή μονόκλιτη βασιλική με ξύλινη στέγη. Από οικοδομικά στοιχεία που έχει ο Ναός, είναι δυνατόν να χρονολογηθεί στον 11ο αιώνα. Η ζωγραφική των τοιχογραφιών του Ναού χρονολογούνται στο τέλος του 15ου αιώνα.

Ναός Αγ. Ιωάννου του Προδρόμου

Βρίσκεται βορειανατολικά της βασιλικής, κοντά στο βόρειο τμήμα του εξωτερικού τείχους. Ο ναός είναι μικρή μονόκλιτη βασιλική με μια μόνο κεντρική αψίδα. Στο εσωτερικό του ναού, σώζονται αμυδρά υπολείμματα τοιχογραφιών. Το κτίσμα από αρχιτεκτονική άποψη ανήκει χρονολογικά στο 14ο αιώνα, διαπίστωση η οποία συνδυάζεται με τη χρονολόγηση των τοιχογραφιών στο δεύτερο μισό του 14ου αιώνα.


Ναός Αγ. Αναργύρων

Βρίσκεται έξω από τη βόρεια πλευρά του τείχους σε μικρή απόσταση από αυτό. Είναι κτισμένος ο ναός πάνω σε στενό βράχο. Η στενότητα του χώρου καθόρισε και τη μορφή του κτίσματος, είναι μικρή μονόκλιτη βασιλική, της οποίας το χαρακτηριστικό στοιχείο είναι ότι δεν έχει καθόλου παράθυρα. Ο ναός εσωτερικά είναι διακοσμημένος με τοιχογραφίες, οι οποίες σύμφωνα με την επιγραφή ανήκουν χρονικά στα 1600μ.Χ.

Ασκηταριό του Αγίου Θεοδώρου

Δυτικά από τα Σέρβια, σε απόσταση 3 χιλιομέτρων και δεξιά του δρόμου, που οδηγεί προς της Ελασσόνα, σε μια τοποθεσία που ονομάζεται γουρουνοπάζαρο, βρίσκονται τα ερείπια ενός ασκηταριού, αφιερωμένου στον Άγιο Θεόδωρο. Είναι ένα στενό και επίμηκες σπήλαιο, εντός του οποίου σώζονται ίχνη τοιχογραφιών. Πολύ κοντά στο ασκητάριο διακρίνονται και λείψανα αρχαίου κτίσματος, του οποίου τα αρχιτεκτονικά μέλη είναι διασκορπισμένα.

Άγνωστες Βυζαντινές εκκλησίες

Ο Άγιος Αθανάσιος ήταν μια παλιά Βυζαντινή Εκκλησία στο ψηλότερο σημείο του μεγάλου φαραγγιού, δεξιά καθώς ανεβαίνουμε. Σήμερα σώζονται μόνο μερικά τμήματα από τα θεμέλια της εκκλησίας αυτής και γίνονται ορατά μόνο, εάν γνωρίζει κανείς επακριβώς την περιοχή. Βρίσκεται στην περιοχή της Μπρουσιάνα.


Απέναντι από το νέο εκκλησάκι του Αγίου Αθανασίου χτίστηκε το 1930 σε ανάμνηση του παλιού Βυζαντινού η περιοχή λέγεται Αη-Λιάς. Εκεί υπήρχε μια άλλη Βυζαντινή Εκκλησία που κάποια τμήματά της σωζόταν μέχρι πριν λίγα χρόνια.


Σήμερα δεν σώζεται σχεδόν τίποτα. Μόνο, εάν γνώριζε κανείς ακριβώς την περιοχή, μπορεί να εντοπίσει με μεγάλη και πάλι δυσκολία την θέση της.Καθώς ανεβαίνουμε το μεγάλο φαράγγι αριστερά, κοντά στον περιπατητικό διάδρομο που οδηγεί από τη Δέσση στη μεγάλη Βυζαντινή Βασιλική Εκκλησία έχει εντοπιστεί μια μικρή εκκλησία που ήδη έχει σκεπαστεί από τους αρχαιολόγους. Δεν έγινε, όμως ακόμη γνωστό, σε ποιον Άγιο είναι αφιερωμένη.


Μαρτυρικά χωριά και πόλεις της Ελλάδας

Το άρθρο προέρχεται από το www.servianet.gr.


Γεωγραφία της Ελλάδας

Γεωγραφία της Ελλάδας : Αλφαβητικός κατάλογος

Χώρες της Ευρώπης

Άγιος Μαρίνος | Αζερμπαϊτζάν1 | Αλβανία | Ανδόρρα | Αρμενία2 | Αυστρία | Βατικανό | Βέλγιο | Βοσνία και Ερζεγοβίνη | Βουλγαρία | Γαλλία | Γερμανία | Γεωργία2 | Δανία | Δημοκρατία της Ιρλανδίας | Ελβετία | Ελλάδα | Εσθονία | Ηνωμένο Βασίλειο | Ισλανδία | Ισπανία | Ιταλία | Κροατία | Κύπρος2 | Λεττονία | Λευκορωσία | Λιθουανία | Λιχτενστάιν | Λουξεμβούργο | Μάλτα | Μαυροβούνιο | Μολδαβία | Μονακό | Νορβηγία | Ολλανδία | Ουγγαρία | Ουκρανία | ΠΓΔΜ | Πολωνία | Πορτογαλία | Ρουμανία | Ρωσία1 | Σερβία | Σλοβακία | Σλοβενία | Σουηδία | Τουρκία1 | Τσεχία | Φινλανδία

Κτήσεις: Ακρωτήρι3 | Δεκέλεια3 | Νήσοι Φερόες | Γιβραλτάρ | Γκέρνσεϋ | Τζέρσεϋ | Νήσος Μαν

1. Κράτος μερικώς σε ασιατικό έδαφος. 2. Γεωγραφικά ανήκει στην Ασία, αλλά θεωρείται ευρωπαϊκό κράτος για ιστορικούς και πολιτισμικούς λόγους. 3. Βρετανικό έδαφος μέσα στην Κυπριακή Δημοκρατία.

Κόσμος

Αλφαβητικός κατάλογος

Hellenica World

Από τη ελληνική Βικιπαίδεια http://el.wikipedia.org . Όλα τα κείμενα είναι διαθέσιμα υπό την GNU Free Documentation License