ART

Γεγονότα, Hμερολόγιο

.

Ο Ευθύμιος Καραχισαρίδης (1884-1968), γνωστός και ως παπα-Ευθύμ ήταν Ποντιακής καταγωγής σχισματικός κληρικός και επικεφαλής της Τουρκορθόδοξης Εκκλησίας.

Βίος

Ο Ευθύμιος Καραχισαριδης γεννήθηκε το 1884 στο Ακντάγκ Μαντέν της Υοσγάτης. Το κοσμικό του όνομα πριν χειροτονηθεί ήταν Παύλος Καραχισαρίδης, ενώ επίσης ήταν γνωστός και ως Καραχισαρλίογλου. Η ονομασία του οφείλεται στην οικογενειακή του προέλευση από το Σαμπίν Καραχισάρ του Πόντου. Αφού παρακολούθησε μαθήματα στην εμπορική σχολή της Άγκυρας μεταξύ 1911-1912, άνοιξε δικό του υφασματοποιίο. Η οικονομική κρίση που έπληξε την Τουρκία στις παραμονές του Πρώτου Παγκοσμίου πολέμου έπληξε και την επιχείρησή του κι έτσι εργάστηκε σαν υπάλληλος σε υπoκατάστημα της μεγαλοϋφασματέμπορου Τσολμεκτσόγλου. Το 1914 προκειμένου να αποφύγει τη γενική επιστράτευση κατέφυγε στην ιδιαίτερη πατρίδα του. Λόγω της ενίσχυσης των τιμωρητικών κατά της λιποταξίας μέτρων θα ζητήσει από τον μητροπολίτη Καισαρείας Νικόλαο Β΄ Σακκόπουλο να τον χειροτονήσει ιερέα. Ο ευθύμ ήταν ήδη παντρεμένος και πατέρας πέντε παιδιών. Έτσι απέκτησε το όνομα Ευθύμιος ή παπα-Ευθύμ. Μόλις τον Μάρτιο του 1918 μπόρεσε να βρει ενορία στην κωμόπολη Κεσκίν, όταν ο ιερέας της Παναγιώτης Παπαδόπουλος μετέβη στην Κωνσταντινούπολη για ιατρικές εξετάσεις. Στην αντικατάσταση του Παπαδόπουλου από τον παπα-Ευθύμ έπρεπε να έπαιξε ρόλο και εξάδελφός του Παντελής Καραχισαρίδης, σχολάρχης της τοπικής αστικής σχολής.
Η σταδιακή προσέγγιση των Κεμαλικών

Μετά την Συνθήκη του Μούδρου συμμετείχε στον ελληνικό σύλλογο της πόλης Κεσκίν, Φθάνει ο Ύπνος και στην πρωτοβουλία να απευθύνουν διάβημα στο Πατριαρχείο προκειμένου να μεσολαβήσει στην αποστολή στρατού στην περιοχή για να προστατεύσει τους χριστιανικούς πληθυσμούς από τις επιθέσεις των ατάκτων Τούρκων. Διαπιστώνοντας όμως πως η προοπτική δημιουργίας ανεξάρτητου Ποντοαρμενικού κράτους ήταν κάτι μάταιο, και πως η άνοδος του Κεμαλικού εθνικιστικού κινήματος ήταν ραγδαία, άρχισε να προσεγγίζει παράγοντες του κινήματος αυτού. Ένας από φορείς του Κεμαλισμού με τους οποίους συνδέθηκε στενά ήταν ο Μεχμέτ Σερέφ, βουλευτής Αδριανούπολης. Επίσης, πίεσε ο παπα-Ευθύμ τους προύχοντες της κοινότητας να συγκεντρώσουν χρήματα με σκοπό την ενίσχυση των Κεμαλικών: πράγματι συγκεντρώθηκε το ποσό των 1300 τουρκικών λιρών και προσφέρθηκε στον Αλή Φουάτ. Παράλληλα απέτρεψε βιαιοπραγίες και εκτοπισμούς σε βάρος των ντόπιων πληθυσμών από τους τσέτες. Η δημογεροντία και οι άλλοι τοπικοί άρχοντες δυσανασχετούσαν για την διαχείριση των κοινοτικών οικονομικών εκ μέρους του, ενώ ο Παναγιώτης Παπαδόπουλος επέστρεψε στην έδρα του και τη διεκδίκησε. Προκλήθηκε ενδοκοινοτικό χάσμα: από τη μια μεριά οι κοινοτικοί άρχοντες οι οποίοι υποστήριζαν τον Παπαδόπουλο κι από την άλλη οι κάτοικοι οι οποίοι υποστήριζαν τον παπα-Ευθύμ.
Η ρήξη με το Οικουμενικό Πατριαρχείο

Για να διευθετηθεί η ενδοκοινοτική ρήξη το Πατριαρχείο θα στείλει έναν μεσολαβητή, τον παπα-Θεόδωρο Μαυρόπούλο. Όταν όμως θα πάρει το μέρος του Παπαδόπουλου, ο παπα-Ευθύμ θα κατηγορήσει το Φανάρι για παραγνώριση των ελληνοκαππαδοκικών κοινοτήτων. Θα καλύψει ουσιαστικά το θρησκευτικο-πολιτικό κενό που υπήρχε στην περιοχή. Έτσι, διόρισε νέα δημογεροντία στην ενορία του, διέκοψε τις σχέσεις με το Οικουμενικό Πατριαρχείο, εξανάγκασε τους τους Καππαδόκες της Άγκυρας να μετάσχουν στις οθωμανικές εκλογές, και βοήθησε στην εκλογή του κεμαλικού Κεσκινλή Ριζά. Μετέβη στη συνέχεια στην Άγκυρα όπου συνάντησε τον Μουσταφά Κεμάλ. Με δεδομένο ότι το Κεσκίν βρισκόταν στα όρια της Ελληνορθόδοξης Μητρόπολης της Άγκυρας, ο Κεμάλ ενδιαφερόταν ιδιαίτερα για τις πρωτοβουλίες του παπα-Ευθύμ.
Το σχέδιο δημιουργίας ανεξάρτητης Τουρκορθόδοξης Εκκλησίας και η εμπλοκή του παπα-Ευθύμ

Tην άνοιξη του 1921 σημειώνεται κινητικότητα σχετικά με την ίδρυση ανεξάρτητης Τουρκορθόδοξης Εκκλησίας, καθώς μέσα από κεμαλική εφημερίδα της Άγκυρας, δημοσιεύεται επιστολή αίτημα για την ίδρυση Τουρκορθόδοξου Πατριαρχείου καθώς και για την ανεξαρτητοποίησή τους από το Οικουμενικό Πατριαρχείο. Στη σχεδιαζόμενη σύγκληση Εθνοσυνέλευσης των Τουρκορθοδόξων ο παπα-Ευθύμ χωρίς κάποιο υψηλό εκκλησιαστικό αξίωμα, αλλά και στερούμενος στοιχειώδους θρησκευτικής εκπαίδευσης, ήταν αμφίβολο αν θα μπορούσε να συμμετάσχει στις εργασίες της αλλά και να διεκδικήσει τη θέση του επικεφαλής της Τουρκορθόδοξης Εκκλησίας. Παρ΄όλα αυτά όμως οι υποστηρικτές για την υποψηφιότητά του δεν έλλειπαν τόσο από το κεμαλικό κίνημα, όπως ο Μεχμέτ Σερέφ όσο και από δυτικούς παράγοντες όπως ο Φρακλίν Μπουγιόν, μεσολαβητής της Γαλλίας στην Άγκυρα. Τον Νοέμβριο του 1921 ο παπα-Ευθύμ θα παρέμβει για πρώτη φορά δημόσια δηλώνοντας δια μέσου του τύπου ότι ήταν Γενικός Επίτροπος των Τουρκορθοδόξων Χριστιανών. Απηύθυνε έκκληση για την ίδρυση αυτοκέφαλης Τουρκορθόδοξης Εκκλησίας, επιτέθηκε έντονα κατά του Φαναρίου, κάλεσε τις χριστιανικές κοινότητες της Μικράς Ασίας να στείλουν αντιπροσώπους στην Καισάρεια με σκοπό τη συγκρότηση ενός ορθόδοξου συμβουλίου, ενώ διέψευσε τα περί δεινοπαθημάτων των χριστιανών από τους Κεμαλικούς. Τέλος ζήτησε να αναπέμπονται δεήσεις υπέρ του Μουσταφά Κεμάλ.
Οι ενέργειες του παπα-Ευθύμ για την ίδρυση Τουρκορθόδοξης Εκκλησίας

Στη συνέχεια ο παπα-Ευθύμ θα περιοδεύσει στην Καππαδοκία όπου θα εντείνει τις προσπάθειές του για τη δημιουργία Τουρκορθόδοξης Εκκλησίας υποσχόμενος την επιστροφή των εκτοπισμένων και ζητώντας χρήματα για την οικονομική ενίσχυση του Κεμαλικού κινήματος. Αφού επέστρεψε στην Άγκυρα σύστησε γραφείο διεκπεραίωσης θεμάτων της μειονότητας, πέτυχε το κλείσιμο εξήντα οκτώ ορθόδοξων εκπαιδευτηρίων στην Καππαδοκία, απαγόρευσε την κυκλοφορία ιερέων εκτός των ναών φορώντας τα άμφιά τους. Απαιτούσε οι ηγέτες της Εκκλησίας να μιλούν την τουρκική γλώσσα, ΄να έχουν την Τουρκική υπηκοότητα. Επιχείρησε να έλθει σε επαφή με την Αγγλικανική Εκκλησία προκειμένου να υποστηρίξει τις πρωτοβουλίες του. Είναι δε χαρακτηριστικό ότι υπέγραφε τις επιστολές του ως Πάπας Αποστολικός. Εξέδιδε κι ένα έντυπο για να προωθεί τις απόψεις του, τη Φωνή της Τουρκορθοδοξίας. Την άνοιξη του 1922 θα συγκαλέσει προσωρινή επιτροπή στην Καισάρεια διορίζοντας αντικανονικά ως μητροπολίτη Καισαρείας τον Μελέτιο Χρηστίδη που ήταν επίσκοπος Πατάρων, στη θέση του Νικόλαου Σακκόπουλου ο οποίος είχε καταφύγει στο Φανάρι. Ανάμεσα στις άλλες αποφάσεις του συμβουλίου ήταν η σύνταξη καταστατικού χάρτη για την ίδρυση ανεξάρτητης Τουρκορθόδοξης Εκκλησίας για την οποία οι Τουρκικές αρχές αντέδρασαν ευνοϊκά. Προκειμένου να εξασφαλίσει την εύνοια των ορθόδοξων πληθυσμών πέτυχε την αποφυλάκιση τριάντα Καππαδοκών και την επιστροφή χιλίων πεντακοσίων εξόριστων. Το καλοκαίρι της ίδιας χρονιάς συνήλθε το συμβούλιο των Καππαδοκών και διόρισε τον παπα-Ευθύμ Μέγα Οικονόμο με αρμοδιότητες διαμεσολαβητή μεταξύ Άγκυρας και ορθοδόξων της Καππαδοκίας. Ο μητροπολίτης Ικονίου Προκόπιος Λαζαρίδης θα ενατιωθεί στα σχέδια του παπα-Ευθύμ τονίζοντας πως η σύσταση μιας νέας Εκκλησίας δεν μπορούσε να στηρίζεται στις αποφάσεις ενός απλού ιερέα, ζήτησε από τον παπα-Ευθύμ να μην επικρίνει το Φανάρι, δεν αναγνώρισε το νέο τίτλο του, και τον κατηγόρησε για τη διαχείριση των χρημάτων που είχε εισπράξει. Καθώς οι πιέσεις των Τουρκικών αρχών αύξαναν προς την μεριά των Καππαδοκών και για να αποφευχθεί μια οριστική διάσπαση των Καππαδοκών από το Οικουμενικό Πατριαρχείο ανακηρύχθηκε αυτοκέφαλο Πατριαρχείο με επικεφαλής τον Προκόπιο. Ο παπα-Ευθύμ θα γυρίσει στην Άγκυρα απομονωμένος από τους άλλους Καππαδόκες ιεράρχες. Όταν ξεκίνησε η διαδικασία ανταλλαγής των πληθυσμών θα προσπαθήσει-μάταια-να πείσει την Τουρκική κυβέρνηση να εξαιρέσει από την ανταλλαγή τους τουρκόφωνους ορθοδόξους από τους ελληνορθοδόξους. Ο ίδιος δεν διώχθηκε από την Τουρκία κάτι που συνιστούσε αναγνώριση της προσήλωσής του στον τουρκικό εθνικισμό.
Η δράση του Ευθύμ στην Κωνσταντινούπολη

Το 1923 θα εγκατασταθεί στην Κωνσταντινούπολη και θα συνεχίσει τους σφετερισμούς, τις καταχρήσεις και τη βία σε βάρος του Οικουμενικού Πατριαρχείου: τον Οκτώβριο και τον Δεκέμβριο του 1923 θα επιχειρήσει να καταλάβει το Πατριαρχείο, κατέλαβε βίαια τις ελληνορθόδοξες εκκλησίες του Γαλατά, την Παναγία Καφφατιανή (1924), Σωτήρα Χρηστού (1926) και Άγιος Ιωάννης του Γαλατά (1965). Έτσι μετέφερε την έδρα της Τουρκορθόδοξης Εκκλησίας από την Καισάρεια στην Κωνσταντινούπολη. Η εντολή του Κεμάλ να μη θιγεί ο παπα-Ευθύμ μέχρι τον θάνατό του τηρήθηκε πιστά. Πέθανε το 1968 και τάφηκε στο κέντρο του ελληνορθόδοξου νεκροταφείου της Κων/πολης. Στον τάφο του χαράχτηκε μια δήλωση του Ατατουρκ, που είχε πει πως ο Ευθυμ άξιζε όσο μια στρατιωτική μεραρχία.[1]
Παραπομπές

↑ Hugh Poulton, Hμίψυλο γκρίζος λύκος και ημισέληνος, O Τουρκικός εθνικισμός και η δημοκρατία στην Τουρκία, μτφρ.Εύα Πέππα, εκδ. Οδυσσέας, Αθήνα, 2000, σελ.341, υποσ.63

Πηγή

Αλέξης Αλεξανδρής, «Η απόπειρα δημιουργίας Τουρκορθόδοξης Εκκλησίας στην Καππαδοκία, 1921-1923», Δελτίο Κέντρου Μικρασιατικών Σπουδών, τομ.4 (1983), σελ.159-199

Έλληνες

Κόσμος

Αλφαβητικός κατάλογος

Hellenica World - Scientific Library

Από τη ελληνική Βικιπαίδεια http://el.wikipedia.org . Όλα τα κείμενα είναι διαθέσιμα υπό την GNU Free Documentation License